Όταν ανοίγεται μπροστά μας ένας δρόμος
προς την ενότητα, την ομορφιά, τον ουρανό
οι λεπτομέρειες χάνουν τη σημασία τους
μα πάλι έχουν τη χάρη τους.

*

Μην ερμηνεύεις τη μουσική
μην ερμηνεύεις τα όνειρα
το ασύλληπτο εισχωρεί παντού˙
να ξέρεις πως όλα είν’ αρμονικά συνταιριασμένα.

*

Οι ώρες που κάνουν τη γη κατοικήσιμη
εξαρτώνται απ’ το φεγγάρι.


Βολς, Ποιήματα και Αφορισμοί: Ακουαρέλλες, Σχέδια, Φωτογραφίες, μτφρ. Ε.Χ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή

ανάμεσα στα στήθη
της κτηνώδους
Μαρτζ πλαγιάζουν μεγαλόσωμοι
άντρες που υμνούν

της Μαρτζ το σμιλεμένο χαδιάρικο
κορμί          των ανδρών αυτών
τα δάχτυλα εκσφενδονίζουν κορμούς
μεταφέρουν τσουβάλια περιστρέφουν βαρέλια

τυλίγονται
ερωτικά
γύρω
από μπίρες

            τα χέρια αυτών των ανδρών
ανήκουν στον κόσμο αλλά
τα σώματά τους μεγάλα και σουρωμένα
ανήκουν
στη Μαρτζ
της οποίας το λεπτοπράσινο πουγκί
του προσώπου της κάνει
έναν παχυλόχρυσο

μορφασμό
που λέει ζήτω
ζήτω για τους μεγαλόσωμους άντρες
που πλαγιάζουν

ανάμεσα στα στήθη
της κτηνώδους Μαρτζ
για τους δυνατούς άντρες
που

κοιμούνται ανάμεσα στα πόδια της Λιλ

*

πιο κοντά: ανάσα της ανάσας μου: τα διεγερτικά
σου μέλη μη μου πάρεις: κάνε τον πόνο μου γεύμα τους τρελό
αφήνοντας της απαλής γλυκύτητας τις τίγρεις σου αργά
να τρυπώσουν στης νέας πρόσμιξης το άνθος το βουβό:
πιο βαθιά: αίμα του αίματός μου: με σβελτάδα που ανοδικά
ζαρώνει βύθισε αυτές τις λεοπαρδάλεις ονείρου λευκού
στη χαρούμενη σάρκα του φόβου μου: πιο τακτικά του σκοταδιού
αυτή την ψίχα να λειάνεις: σκάλισε τα σατανικά
χαμολούλουδα της αφροσύνης στα χείλη τα σφιχτά
και σ’ απλωμένα μάτια που στριφογυρίζουν με ξέφρενο φως
σμίλεψε τη θανατερή φλόγα που αρπάζει μεθυστικά.

Ανάμεσα σε στομωμένα σπίτια ζαρώνουν γκρίζα ερωτηματικά

διψασμένα. Τα νεκρά αστέρια βρομούν.       αυγή.     Κουτό,

του κοριτσιού κουφάρι ποιητικό

*

το κορίτσι μου με τα σκληρά μακριά μάτια είναι ψηλό
καθώς στέκεται, με τα μακριά σκληρά της χέρια σιωπηλά
να μένουν στο φόρεμά της, για τον ύπνο καλά,
είναι γεμάτο εκπλήξεις το σώμα της μακρύ σκληρό
όταν μου χαρίζει, σαν σύρμα ηλεκτροφόρο λευκό
ένα σκληρό μακρύ χαμόγελο κάνει κάποιες φορές
να καθαρίζουν χαρωπά μέσα μου οδύνες φοβερές,
κι εύκολα φτάνει απ’ των ματιών της τον θόρυβο απαλό
η αδημονία μου στα άκρα ─ το κορίτσι μου είναι ψηλό
και λυγερό, με πόδια αδύνατα και μοιάζει με κισσό
που ξόδεψε στον φράχτη του περιβολιού μιαν ολόκληρη ζωή,
προορισμένος να πεθάνει.      Όταν πλαγιάζουμε βλοσυροί
αρχίζει να συστρέφεται και να τυλίγεται γύρω μου μ’ αυτά
τα πόδια, το πρόσωπο και το κεφάλι μου αρχίζει να φιλά.

*

μ’ αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το
σώμα σου.     Είναι κάτι εντελώς πρωτοφανές.
Μύες καλύτεροι και νεύρα περισσότερα.
μ’ αρέσει το σώμα σου.   μ’ αρέσει αυτό που κάνει,
πώς το κάνει.   μ’ αρέσει να νιώθω τη σπονδυλική σου
στήλη και κάθε κόκαλο του σώματός σου και την τρεμουλιαστή
-σφιχτο-απαλότητα και αυτήν που εγώ θα
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω,       μ’ αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο πάνω σου,
μ’ αρέσει, να χαϊδεύω αργά το, ανασηκωμένο χνούδι
της ηλεκτρικής σου γούνας, και αυτό-που έρχεται
μέσα από σάρκα που ανοίγει… Και μάτια μεγάλα
                                                      ερωτο-ψίχουλα,

και ίσως μ’ αρέσει η συγκίνηση

κάτω από μένα εσύ πρωτοφανής

*

είναι φορές που είμαι ζωντανός γιατί μαζί
μ’ εμένα κοιμάται το άγρυπνο φυλλοειδές της σώμα
που νιώθω αργά να γίνεται όλο και πιο αιχμηρό
να διακρίνεται αργά με την αγάπη του,
που μπήγει απαλά τα δόντια στον ώμο μου
ώσπου να πραγματώσουμε την Εαρινομυρωδάτη
μεγάλη έντονη μαζιχρωματιστή στιγμή

ευχάριστα τρομακτική

όταν, το στόμα της που ξαφνικά ξυπνά, αρχίζει
ολότελα με το δικό μου άγρια να παίζει
(κι απ’ τους μηρούς μου που ανασηκώνονται και ξεφυσούν
μια δολοφονική βροχή φτάνει σκιρτώντας στο
ανωφερές μοναδικό βαθύτατο λουλούδι που
κουβαλά σε μια χειρονομία των γοφών της)


ε.ε. κάμινγκς, Ερωτικά Ποιήματαλοιπόν ας φιληθούμε, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός & Γιάννης Δούκας, εκδ. Πατάκης ε.ε. κάμμινγκς

οι ώρες ανατέλλουν σβήνοντας τ’ αστέρια και
ξημέρωσε
στον δρόμο τ’ ουρανού το φως βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

στη γη ένα κερί
σβήνει           η πόλη
ξυπνά
μ’ ένα τραγούδι στα
χείλη της με τον θάνατο στα μάτια της

και ξημέρωσε
και ο κόσμος
ετοιμάζεται να δολοφονήσει όνειρα…

κοιτάζω στον δρόμο όπου δυνατοί
άντρες σκάβουν ψωμί
και βλέπω τα κτηνώδη πρόσωπα των
ανθρώπων ικανοποιημένα αποτρόπαια απελπισμένα βάναυσα ευτυχισμένα

και είναι μέρα,

στον καθρέφτη
βλέπω έναν αδύναμο
άνθρωπο
που ονειρεύεται
όνειρα
όνειρα μες στον καθρέφτη

και είναι
σούρουπο         στη γη

ένα κερί ανάβει
και είναι σκοτάδι.
οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους
ο αδύναμος άνθρωπος είναι στο κρεβάτι του
η πόλη

κοιμάται με τον θάνατο στα χείλη της μ’ ένα τραγούδι στα μάτια της
οι ώρες κατεβαίνουν
ανάβοντας τ’ αστέρια…

στον δρόμο του ουρανού η νύχτα βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

*

κάπου δεν έχω ποτέ ταξιδέψει, πρόθυμα πέρα
από κάθε εμπειρία, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους:
στην πιο εύθραυστη χειρονομία σου υπάρχουν πράγματα που με
                                                                     περικλείουν,
ή που δεν μπορώ ν’ αγγίξω γιατί είναι πολύ κοντά

η παραμικρή σου ματιά εύκολα θα με ξεκλειδώσει
αν και έχω κλείσει τον εαυτό μου σαν δάχτυλα,
ανοίγεις πάντα πέταλο το πέταλο τον εαυτό μου όπως ανοίγει η Άνοιξη
(αγγίζοντας επιδέξια, μυστηριακά) το πρώτο της τριαντάφυλλο

ή αν η ευχή σου είναι να με κλείσεις, εγώ και
η ζωή μου θα παύσουμε πολύ ωραία, ξαφνικά,
όπως όταν η καρδιά αυτού του λουλουδιού φαντάζεται
το χιόνι προσεκτικά παντού να πέφτει·

τίποτα απ’ όσα πρόκειται ν’ αντιληφθούμε σ’ αυτό τον κόσμο δεν
ισούται με τη δύναμη της έντονης ευθραυστότητάς σου: η υφή της οποίας
με υποβάλλει με το χρώμα των τόπων της,
ερμηνεύοντας τον θάνατο και το παντοτινό με κάθε ανάσα

(δεν ξέρω τι είναι αυτό σε σένα που κλείνει
και ανοίγει· μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει
ότι η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ’ όλα τα τριαντάφυλλα)
κανείς, ούτε και η βροχή ακόμη, δεν έχει τόσο μικρά χέρια

*

θα ‘σαι πάνω απ’ όλα χαρούμενος και νέος.
Γιατί αν είσαι νέος, ό,τι ζωή και να φορέσεις

θα γίνει εσύ· κι αν είσαι χαρούμενος
ό,τι ζει εσύ ο ίδιος θα γίνει.
Τα κοριτσοάγορα τίποτα περισσότερο από τ’ αγοροκόριτσα δε θα χρειαστούν:
απόλυτα μπορώ ν’ αγαπώ μόνο εκείνη

που κάθε της μυστήριο κάνει όλων των ανδρών
τη σάρκα να ντύνεται τον χώρο· και το νου τους να γδύνεται τον χρόνο

όμως από τη σκέψη, ο θεός να φυλάει
και (με το έλεός του) τον αληθινό σου εραστή να σπλαχνιστεί:
γιατί έτσι η γνώση ψεύδεται, ο τάφος του εμβρύου
που πρόοδος ονομάζεται, και της άρνησης ο νεκρός ανόλεθρος.

Θα προτιμούσα να μάθω από ένα πουλί πώς να τραγουδάω
παρά να διδάξω δέκα χιλιάδες αστέρια πώς να μη χορεύουν

*

Βούτηξε για όνειρα
αλλιώς ένα σύνθημα μπορεί να σε ανατρέψει
(τα δέντρα είναι οι ρίζες τους
και ο άνεμος είναι άνεμος)

εμπιστέψου την καρδιάς σου
αν οι θάλασσες πάρουν φωτιά
(και ζήσε με μέτρο την αγάπη
έστω και αν τ’ αστέρια περπατούν προς τα πίσω)

να τιμάς το παρελθόν
αλλά να καλωσορίζεις το μέλλον
(και χόρεψε τον θάνατό σου
ως το πρωί σ’ αυτό το γάμο)

μη δίνεις σημασία σ’ έναν κόσμο
γεμάτο τιποτένιους ή ήρωες
(γιατί στον θεό αρέσουν τα κοριτσάκια
και το αύριο και η γη)

*

αυτό ήταν ο ποιητής και θα είναι και είναι

-κάποιος που λύνει τα βάθη του τρόμου για να υπερασπιστεί
την αρχιτεκτονική μιας ηλιαχτίδας με τη ζωή του:
και που λαξεύει αθάνατα δάση απελπισίας
για να κρατήσει το σφυγμό ενός βουνού στην παλάμη του



ε.ε. κάμινγκς, 33x3x33: Ποιήματα / Δοκίμια / Θραύσματα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Νεφέλη ε.ε. κάμμινγκς

  'Οἱ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενες τελετουργίες τῆς κυριαρχίας καί τῆς ὑποδούλωσης, ἡ τέχνη πού ὁλοένα καί περισσότερο καταγίνεται νά ἀποδώσει τά θέματα αὐτῶν τῶν τελετουργιῶν δέν εἶναι ἴσως παρά μιά λογική ἐπέκταση τῆς τάσης πού χαρακτηρίζει τήν κοινωνία τῆς ἀφθονίας νά στρέφει κάθε τμήμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πρός μιά συγκεκριμένη προτίμηση, πρός μιά ἐπιλογή· νά σπρώχνει τούς ἀνθρώπους νά βλέπουν τήν ἴδια τή ζωή τους ὡς ἕναν τρόπο (ζωῆς). Σέ ὅλες τίς κοινωνίες, μέχρι τώρα, τό σέξ ὑπῆρξε κατά μέγα μέρος μιά δραστηριότητα (κάτι πού πρέπει κανείς νά κάνει χωρίς νά πολυσκέφτεται πάνω σ’ αὐτό). Ἀλλά ἀπό τή στιγμή πού τό σέξ γίνεται μιά προτίμηση, μιά ἐπιλογή, βρίσκεται, ἴσως, σχεδόν στόν δρόμο πού ὁδηωγεῖ σέ μιάν αὐτοσυνείδητη μορφή θεάτρου, αὐτό ἀκριβῶς πού εἶναι ὁ σαδομαζοχισμός: μιά μορφή ἰκανοποίησης ἡ ὁποία εἲναι βίαιη καί ταυτόχρονα ἔμμεση, τελείως διανοητική.
   Ὁ σαδομαζοχισμός ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀκραία ἔκφραση τῆς σεξουαλικῆς ἐμπειρίας, κατά τήν ὁποία τό σέξ ἀποκτᾶ ἀπόλυτο χαρακτρήρα, δηλαδή ὀξύνεται ἀπό τήν προσωπικότητα, τίς σχέσεις, τόν ἔρωτα. Δέν πρέπει νά μᾶς ἐκπλἠσσει τό γεγονός ὅτι προσαρτήθηκε στή ναζιστική συμβολική κατά τά πρόσφατα χρόνια. Οὐδέποτε πρίν αἰσθητικοποιήθηκε τόσο συνειδητά ἡ σχέση Κυρίου και Δούλου. Ὁ Σάντ χρειάστηκε νά ἐπινοήσει τό θέατρο τιμωρίας καί ἡδονῆς ἐξ ὑπαρχῆς, αὐτοσχεδιάζοντας τή διακόσμηση, τά κουστούμια καί τίς βλάσφημες τελετουργίες. Τώρα ὑπάρχει ἕνα βασικό σενάριο διαθέσιμο στόν καθένα. Τό χρῶμα εἲναι τό μαῦρο, τό ὑλικό εἶναι τό πετσί, τό δόλωμα εἶναι ἡ ὀμορφιά, ἡ δικαιολογία εἲναι ἡ εἰλικρίνεια, ὁ σκοπός εἲναι ἡ ἔκσταση, ἠ φαντασίωση εἶναι ὁ θάνατος.'

Σούζαν Σόταγκ, Η Γοητεία του Φασισμού (Δύο Δοκίμια), μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Ύψιλον
video
'All Alone' [album: All Alone (1966)] - Mal Waldron


  'Ὑπάρχει ὅμως μιά μορφή ὅπου οἱ μεγάλες αὐτές πράξεις χάνουν κάτι ἀπό τήν πειστικότητά τους, ὅπου φανερώνονται καί ἀναιροῦνται μέσα στήν πραγματική τους κενότητα: καί εἶναι αὐτή πάλι ἡ μορφή τῆς πόρνης. «[...] Σ’ αὐτήν τό μεγαλεῖο δέν ἔχει ἀξιώσεις, κάθε μεγαλεἰο μπροστά της σταματᾶ». Ὄντας, ὅπως εἴδαμε, μέσα στήν παντοδυναμία τῶν μεταμορφώσεών της ἡ μεταφορά τῆς ἀπόλυτης ἀφαίρεσης, τῆς καθολικῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας χωρίς ἄλλη εἰδική ἀξία χρήσεως, τοῦ σχήματος πού μπορεῖ νά πάρει κάθε περιεχόμενο ἀκριβῶς γιατί ὑφίσταται ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό, κατά τή θεατρική ἐνσάρκωση στήν ὁποία ὑπό φετιχιστικές συνθῆκες ὑπόκεινται τά πάντα, ἐκείνη μένει στόν ἴδιο της τόν ἑαυτό γιατί εἲναι ἀπό μόνη της τό θέατρο. Ἄν, ὅπως ἐδῶ ἐπιχειρήθηκε, ἡ φιλοσοφία τοῦ δικαίου τοῦ Μπένγιαμιν μπορεῖ νά διαβαστεῖ μέσα ἀπό τή δική της φιγούρα, εἲναι διότι ἡ μεταφορική της σχέση πρός τό δίκαιο εἲναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀλληγορικῆς τῆς σχέσης πρός τή δικαιοσύνη. «Τό κάθε πρόσωπο, τό κάθε πράγμα μπορεῖ νά σημαίνει ἕνα ὁποιοδήποτε ἄλλο. Ἡ δυνατότητα αὐτή ἐκφέρει μιά καταστροφική μά δίκαια ἐτυμηγορία γιά τόν βέβηλο κόσμο. Γίνεται ὅμως [...] ἀπαραγνώριστο ὅτι ὅλος αὐτός ὁ ἐξοπλισμός τῆς σημασίας, καθώς ὑποδεικνύει κάτι ἄλλο, κερδίζει μιά δύναμη, πού τόν κάνει νά ἐμφανίζεται μή σύμμετρος πρός τά βέβηλα ἀντικείμενα καί μπορεῖ νά τά ἀνυψώνει σέ μιά ἀνώτερη βαθμίδα καί μάλιστα νά τά ἐξαγιάζει» —αὐτό δέν εἶναι βέβαια παρά ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐργασία του Β. Μπένιαμιν γιά τό γερμανικό μπαρόκ δράμα, στό «Κεντρικό Πάρκο» ὡστόσο διαβάζουμε ὅτι «[...] ἡ ῏πόρνη κληρονόμησε ὅλες τίς ἐξουσίες τῆς μπαρόκ ἀλληγορίας». Ὡς στοχαστής τοῦ δικαίου, τῆς ἱστορίας καί τοῦ μοντέρνου, ὁ Β. Μπένγιαμιν δέν ἔτρεφε τήν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐμπορευμάτων θά μποροῦσε νά ἡττηθεῖ ἀπό μιά ἠθική στροφή στήν αὐθεντική ἀξία χρήσης τῶν πραγμάτων, πρό πάντων, ὅπως φανερώνει ἡ διαλεκτική φυσικοῦ καί θετικοῦ δικαίου, ἀπό τή στιγμή πού ἡ χρηστικότητά του, ἡ συγκέντρωση σέ αὐτό ὡς μέσο, συνιστᾶ τό πρῶτο βῆημα τῆς φετιχιστικῆς ἀνατίμησής του σέ σκοπό. Ἔβλεπε ὡστόσο μέσα στήν τέλεια πραγμοποίηση τήν παρουσία μιᾶς ἀνομολόγητης ἐλπίδας ὅτι ἡ ἀποκέντρωση τοῦ πράγματος μπορεῖ καί νά τό ἀπαλλάξει ἀπό τόν καταναγκασμό νά εἶναι χρηστικό, ἀπό τό ἴδιο κατ’ ἐπέκταση τό ἰδιοκτησιακό του καθεστώς. Ἡ ἐκθετική ἀξία τῆς πόρνης τήν κάνει μέν ἐμπόρευμα, σέ τέτοιο ὅμως βαθμό ὥστε νά μήν μπορεῖ πλέον νά πουληθεῖ. Διαβάζει λοιπόν κανείς στόν Μπένγιαμιν ἕνα ἀντίστοιχο τῆς μαρξικῆς πίστης στήν πτωτική τάση τοῦ μέσου ποσοστοῦ κέρδους, ἡ ὁποία ἔθετε ὅλες τίς ἐλπίδες της στήν αὔξηση τῆς σχετικῆς ἀξίας τοῦ νεκροῦ ἔναντι τοῦ ζωντανοῦ, μόνο πού ἐδῶ τή θέση τῆς σταδιακῆς πτώσης καταλαμβάνει ἕνας αἰφνίδιος θάνατος. Γιατί κατά μιά ἀκόμη ἔννοια ἡ φιγούρα τῆς πόρνης εἲναι ἱστορικά καθ’ ἑαυτήν ἀλληγορική: τῆς μεταφρασιμότητας τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δυνατοτήτων της σέ μιά ἐξίσου αὐθαίρετα δυνατή ἀνατροπή τῆς τάξης τοῦ δικαίου ὡς τέτοιου ἀνά πᾶσα στιγμή. Βεβαίως, μιά φιλοσοφία τοῦ δικαίου ὅπου τό σχῆμα τῆς ἐφαρμογῆς ἀποτιμᾶται ὡς ματαίωση τῆς δικαιοσύνης, γιά ἕναν τέτοιο θάνατο χωρίς μαρασμό δέν μπορεῖ νά βρεῖ καμιά συγκεκριμένη πρακτική συμβουλή. Βρίσκει ἕνα καί μοναδικό: τήν ἀπόφαση γιά τήν έπιλογή μιᾶς θέσης, τῆς θέσης τῶν ἡττημένων ἀπό τήν ἱστορία ὡς μοίρα, δηλαδή ἀπό τή βία τοῦ δίκαιου. Φέρνει, τέλος, καί ὁ Μπένγιαμιν γιά μιά άκόμη φορά τόν δίκαιο καί τήν πόρνη ἀντιμετωπους, ὁ μεταξύ τους διάλογος εἶναι ὅμως καινούργιος:
   «—Ὅλες οἱ γυναῖκες πού πάω μαζί τους εἲναι σάν κι ἐσένα. Μέ γέννησαν νεκρό καί θέλουν νά λάβουν κάτι νεκρό κι ἀπό μένα.
   —Ἐγώ ὅμως εἶμαι ἡ πλέον θαρραλέα τοῦ θανάτου [die Todesmutigste]».
   Ἡ εἰκόνα τῆς μέλλουσας δικαιοσύνης ὡς ἑνός «ἀσυννέφιαστου βασιλείου τῶν ἀγαθῶν, πάνω στά ὁποῖα δέν πέφτουν τά χρήματα βροχή» σάν ἀντικείμενο τῆς ἑπιδίωξης τῶν δικαίων «τοῦ κατώτου» εἲναι ἡ ἐπίγνωση ὅτι ἡ ὠριγένεια λάμψη τῶν δικαίων βρίσκει ἀνταπόκριση στήν ἐπαναστατική μπρεχτική οὐτοπία μιᾶς βροχῆς «ἀπό τά κάτω πρός τά πάνω», ἀντί ἐκείνης πού πέφτει ἀδιάκτριτα ἐπί δικαίων καί ἀδίκων. Διότι ἡ ἔξοδος ἀπό τήν ἀλλοτρίωση γιά τόν Μπένγιαμιν δέν συλλαμβάνεται ὡς ἠθική θεραπεία τῆς ἀκολασίας ἀπό τήν ἀγνότητα, οὔτε κάν ὡς χάρη, ὅρο ὑπό τόν ὁποῖο ὁ Νίτσε κατανοοῦσε μιάν αὐτοαναίρεση τῆς δικαιοσύνης βασισμένη στό προνόμιο τῶν ισχυρῶν, ἀλλά ὡς μιά «ἐπίδραση ἀπό τό κατώτερο πρός τό ἀνώτερο». Δέν σώζει ὁ δίκαιος τήν πόρνη, ἀλλά ἡ πόρνη σώζει τόν δίκαιο.'


Γιώργος Σαγκριώτης, Ο Δίκαιος και η Πόρνη: Όψεις της Σχέσης Ανάμεσα στη Θεωρία του Δικαίου του Βάλτερ Μπένγιαμιν και στο Passagen-Werk, εκδ. Έρασμος