'Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση δεν διακατέχεται από τους αρχικούς ιδεολογικούς προβληματισμούς των πατέρων του ελληνικού κράτους. Το μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας ασχολείται με την ανακατανομή της και όλοι με την άλωση της κρατικής μηχανής. Ακόμη και εκσυγχρονιστές, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Στέφανος Μάνος, ήταν περισσότερο απασχολημένοι με την ανάπτυξη του Homo economicus και λιγότερο με τη δημιουργία φιλελεύθερης κοινωνίας των πολιτών.
   Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος υπήρξε κάποτε εκσυγχρονιστικός παράγοντας σε μια κοινωνία οικογενειακών και πελατειακών δικτύων. Ακόμη και αν δεν συμφωνεί κανείς με το σύνολο μιας μαρξιστικής ανάλυσης, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η οργάνωση της κοινωνίας με οριζόντιες και όχι κάθετες τομές ήταν αίτημα της νεωτερικότητας. Ο Εμφύλιος σήμανε το διαζύγιο ανάμεσα στο δημοκρατικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και το ΚΚΕ, όμως ο εξωκοινοβουλευτικός του ρόλος ως διωκόμενου τμήματος της κοινωνίας και οι επικλήσεις του στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις παραβάσεις τους προκάλεσαν την αναγκαία αυτοκριτική της αστικής δημοκρατίας και την ανάγκασαν να εκσυγχρονιστεί.
   Έκτοτε κύλησε πολύ νερό κάτω από τη γέφυρα της εθνικής συμφιλίωσης. Η λειτουργία του νομιμοποιημένου ΚΚΕ στη Βουλή των Ελλήνων χαρακτηρίζεται κυρίως από τη συντήρηση παλαιών δογμάτων και την προβλέψιμη επανάληψη επιθέσεων κατά της κοινής γνώμης όπως εκφραζόταν από τα δύο μεγάλα κόμματα. Έτσι είναι το μόνο ίσως κόμμα που πιστεύει στην ιακωβίνικη αντίληψη ότι η αντιπροσωπευτικότητα δεν είναι υπόθεση αριθμών αλλά εγκυρότητας της έκφρασης υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Μια «πεφωτισμένη» μειοψηφία μετράει πολύ περισσότερο από τις εκλογικές πλειοψηφίες.
   Ο Ανδρέας κατάλαβε όσο κανένας προηγούμενος πολιτικός την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, για να την καταστήσει σύμμαχο στην πορεία προς την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας. Η κατακερματισμένη μας κοινωνία βρίσκεται πάντοτε σε αναζήτηση ισχυρών προστατών, οι οποίοι να μπορούν να προσφέρουν εξυπηρετήσεις, όχι εθνωφελείς, αλλά επωφελείς σε όσους τις εξαφανίζουν. Το προνεωτερικό αυτό μόρφωμα υπήρξε και το αντικείμενο των αυτοσχεδιασμών του Ανδρέα. Με την έννοια αυτή, ο Ανδρέας υπήρξε ένας σημαντικός ριζοσπάστης πολιτικός, ο οποίος προσέφερε τον λαϊκιστικό εξισωτισμό ως εναλλακτική λύση έναντι του εξισωτικού εκσυγχρονισμού.'

Θάνος Βερέμης, Ανδρέας Παπανδρέου: Μεγάλες Προσδοκίες, εκδ. Πατάκη

'Μολονότι διάβασα τὸ βιβλίο σας, δὲν εἶμαι καθόλου πεπεισμένος γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς θέσης σας ἀναφορικὰ μὲ τὴ « ρηχότητα τοῦ κακοῦ »· θέση ἡ ὁποία, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει στὸν ὑπότιτλό του, βρίσκεται πίσω ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἐπιχειρηματολογία σας. Αὐτὴ ἡ νέα θέση μὲ χτυπᾶ ὅπως ἕνα σλόγκαν· δὲν μοῦ φαίνεται βεβαίως ὅτι συνιστᾶ τὸν καρπὸ μιᾶς ἐμβριθοῦς ἀνάλυσης, ὅπως ἐκείνη ποὺ προσκομίσατε μὲ τόσο πειστικὸ τρόπο, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξετε μιὰ θέση ἐντελῶς διαφορετικὴ μέχρι καὶ ἀντιφατικὴ στὸ βιβλίο σας γιὰ τὸν ὁλοκληρωτισμό. Ἐσεῖς προφανῶς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν εἴχατε ἀνακαλύψει ἀκόμη τὴ ρηχότητα τοῦ κακοῦ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ « ριζικό κακό », τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποῖου ἡ ἀνάλυσή σας τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀποδείκνυε μὲ τόση εὐγλωττία καὶ εὐρυμάθεια, δὲν ἀπομένει παρὰ ἐκείνη ἡ λέξη. Ἴσως περισσότερο ἀπὸ ἕνα σλόγκαν αὐτὴ ἡ ἔκφραση, « ἡ ρηχότητα τοῦ κακοῦ », θὰ ἔπρεπε νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο μιᾶς ἔρευνας, σὲ ἕνα σοβαρὸ ἐπίπεδο, ὡς μιὰ ἔννοια ἡ ὁποία βρίσκει τὴ θέση της στὴν ἠθικὴ φιλοσοφία ἤ στὴν πολιτικὴ ἠθική. Θλίβομαι, καὶ τὸ λέω, πιστεύω, μὲ πάσα εἰλικρίνεια καὶ δίχως πνεῦμα πολεμικῆς, ποὺ δὲν δύναμαι νὰ λάβω πιὸ σοβαρὰ ὑπόψη τὴ θέση τοῦ βιβλίου σας. Εἲχα ἐκτιμήσει πολὺ τὸ προηγούμενο βιβλίο σας καὶ περίμενα κάτι ἄλλο. —'

Γκέρσομ Σόλεμ

*

  'Ἐν κατακλεῖδι, ἄς ἔλθουμε στὸ μοναδικὸ ζήτημα στὸ ὁποῖο μὲ καταλάβατε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι εὐτυχὴς ποὺ ἀγγίξατε τὸ κεφαλαιῶδες σημεῖο. Ἔχετε πέρα γιὰ πέρα δίκιο : Ἄλλαξα γνώμη καὶ δὲν κάνω λόγο πιὰ γιὰ « ριζικό κακό ». Ἔχουμε πολὺ καιρὸ νὰ ἰδωθοῦμε, σὲ διαφορετικὴ περίπτωση θὰ εἴχαμε ἴσως ἤδη συζητήσει γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα. ( Σὲ παρένθεση, δὲν βλέπω τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἐσεῖς δίδετε τὸ χαρακτηρισμὸ ἐπωδὸς ἤ σλόγκαν στὴν ἔκφρασή μου « ρηχότητα τοῦ κακοῦ ». Ἐξ ὅσων γνωρίζω οὐδεὶς χρησιμοποίησε ἐτούτη τὴν ἔκφραση πρὶν ἀπὸ ἐμένα· ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄνευ σημασίας. ) Σήμερα εἶμαι τῆς ἄποψης πὼς τὸ κακὸ δὲν εἶναι ποτὲ « ριζικό », ἀλλὰ μονάχα ἀκραῖο, καὶ ὅτι δὲν ἔχει οὔτε βαθύτητα οὔτε κάποια δαιμονικὴ διάσταση. Τὸ κακὸ δύναται νὰ κατακυριεύσει τὰ πάντα καὶ νὰ σαρώνει τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀκριβῶς γιατὶ διασπείρεται σὰν μύκητας. Τὸ κακὸ « προκαλεῖ τὴ σκέψη », ὅπως εἶπα, γιατὶ ἡ σκέψη προσπαθεῖ νὰ ἀγγίξει τὸ βάθος, νὰ φτάσει στὶς ρίζες του και, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καταπιάνεται μὲ τὸ κακό, ἀπογοητεύεται, τὸ ἐγχείρημα ἀποβαίνει μάταιο, γιατὶ δὲν βρίσκει τίποτε, γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε νὰ βρεῖ. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ « ρηχότητά » του. Μόνο τὸ καλὸ ἔχει βαθύτητα καὶ μόνο τὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ριζικό. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ ἐνδεδειγμένο σημεῖο γιὰ νὰ ἐμβαθύνουμε μὲ σοβαρότητα στὰ ζητήματα αὐτά· προτίθεμαι νὰ τὰ ἀναπτύξω στὸ μέλλον σὲ ἕνα διαφορετικὸ συγκείμενο.'

Χάνα Άρεντ



από το Δύο Επιστολές για τη Ρηχότητα του Κακού, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα

  'Ο Άγγλος υπουργός λόρδος Χάνκεϋ που διετέλεσε μέλος του πολεμικού συμβουλίου της Αγγλίας εκυκλοφόρησε το 1949 ένα βιβλίον («Πολιτικαί δίκαι και σφάλματα»), όπου «θεωρεί πολύ επικίνδυνο διά το μέλλον της ανθρωπότητος οι νικηταί να εφευρίσκουν εγκλήματα και να συντάσσουν αναδρομικούς νόμους γεγονός που σημαίνει άρνησιν του δικαίου». Πολλαί προσωπικότητες νομικοί και πολιτικοί κατήγγειλον το έκτρωμα της Νυρεμβέργης, του οποίου το καταστατικόν («Χάρτα») δεν ανεγνωρίσθη, στον μετέπειτα διεθνήν βίον, ούτε εφηρμόσθη.
   Ευθέως πλέον η δίκη της Νυρεμβέργης χαρακτηρίζεται «ως πολιτική φάρσα» πολύ μακράν από τας νομικάς αρχάς: «a political farce removed from legal principle» (A. Sutton: «Wall street and the rise of Hitler» ed. «Bloomfield books» Suffolk, England, 1976, p. 159 και δια περισσότερα εις J. Martin: «The return to War Crimes», εις «Revisionist Viewpaints», Colorando, 1971).
   Η «δίκη» της Νυρεμβέργης, η οποια κατεκρίθη από όλους τους νομικούς κύκλους, εδικαιολογήθη όχι βεβαίως νομικώς, διότι τούτο είναι αδύνατον, αλλ’ ηθικώς (!) από τον Τσώρτσιλ, ο οποίος κυνικός έγραψε στα «Απομνήμονεύματά του» (Ελλ. εκδ. «Ίκαρος», Αθ. 1955, τόμος Στ´, βιβλ. 2ον, σελ. 257): «Οι ηθικές αρχές του σύγχρονου πολιτισμου φαίνεται, ότι υπαγορεύουν στους ηγέτες του ηττημένου έθνους να εκτελούνται από τους νικητάς!». Τι να σχολιάσω; Απλώς περιορίζομαι να παρατηρήσω, ότι αφού αι ηθικαί αρχαί του συγχρόνου πολιτισμού (!) επιβάλλουν την εκτέλεσιν των ηγετών των ηττημένων τι τας θέλετε τας «δίκας»; Εκτελέσατέ τους εν ονόματι των ηθικών αρχών του συγχρόνου πολιτισμού!
   Από το 1946 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν παντού στην υφήλιον εξοντωτικοί πόλεμοι π.χ. γαλλική επίθεση στη Μαγαδασκάρη, Ινδονησία, Αλγερία κ.α. αμερικανική επίθεσι στο Βιετ-Ναμ, Γρενάδα, Παναμά, Ιράκ κ.α. ισραηλινή επίθεση στην Αίγυπτο, Ιορδανία, Λίβανο, Παλαιστίνη, Συρία,  Τυνησία κ.α. Η Ολλανδική επίθεση στην Ινδονησία, η βελγική επίθεση στο Κογκό, η ρωσική επίθεση στην Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Αφγανιστάν κ.α. Η κινεζική επίθεσι στο Θιβέτ. Η λιβυική επίθεσι στο Τσαντ. Η Τουρκική επίθεσι στην Κύπρο. Η αγγλική επίθεση στην Αργεντινή κ.τ.λ. Ο αξιοθρήνητος ΟΗΕ όχι μόνον δεν κατώρθωσε να επιβάλη την ειρήνη στο Σουδάν, Μπιάφρα, Μοζαμβίκη κ.τ.λ. αλλά υπό την αιγίδα του διεξήχθησαν πόλεμοι, όπως στην Κορέα και παντού. Η «Χάρτα της Νυρεμβέργης» δεν εχρησιμοποιήθη. Ούτε η εμπνευσταί της, την εσεβάσθησαν. Ουδεμία κυβέρνηση που εξαπέλυσε πολέμους εδικάσθη. Απλώς μεμονωμένα άτομα ελογοδότησαν εις στρατοδικεία, όχι διότι το επέβαλε 
κάποιο διεθνές δίκαιο, αλλά διότι το ήθελαν αι ΗΠΑ.
Έτσι η «Χάρτα της Νυρεμβέργης» ερρίφθη, στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.'

Κωνσταντίνος Α. Πλεύρης, Η Δίκη της Νυρεμβέργης (από Νομικής Πλευράς), εκδ. Ήλεκτρον
Frame grab from Christophe Honoré’s Metamorphoses (2014)

  'Είναι γεγονός ιστορικό ότι, από την επικράτηση του χριστιανισμού ως τις μέρες μας, ούτε ένας Έλληνας φιλόσοφος παγκοσμίου κύρους δεν ύψωσε πλέον τη φωνή του στα εδάφη της Ανατολικής Ρώμης, με την εξαίρεση ίσως του Ψευδοδιονυσίου (500 μ.Χ. -που έγραψε ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης»). Τα βιβλία της Ιστορίας της Φιλοσοφίας μιλούν σ’ αυτήν τη συνάρτηση για τον καταστροφικό ρόλο των βαρβαρικών επιδρομών στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που επέφερε το Μεσαίωνα. Όμως αυτά τα ιστορικά δεδομένα δεν ισχύουν για το Βυζάντιο, όπου και η πολιτική αυτονομία διατηρήθηκε και η ελληνική γλώσσα.
   Μετά την περιπέτεια των Απολογητών Πατέρων, όταν ο διάλογος με την ελληνική Φιλοσοφία αποτελούσε για τους χριστιανούς ιεαροποστόλους πολιτική αναγκαιότητα πρώτου μεγέθους, ο χριστιανισμός γύρισε, υπακοούοντας αβίαστα στην εσωτερική του νομοτέλεια, στις αντιφιλοσοφικές ιδρυτικές διακηρύξεις του Αποστόλου Παύλου: γέγραπται γαρ απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω (Κορ. Α΄, α΄19)· και: πού σοφρός; πού γραμματεύες; πού συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; (Κορ. Α΄, α΄ 20)· ή: επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος διά της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας (Κορ. Α΄, α΄ 21)· και: επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλληση δε μωρίαν (Κορ. Α΄, α΄ 22-23)...
   Κατά τον Παύλο, όπως βλέπουμε, ο ίδιος ο Θεός αντιτίθεται σε όσους προσπαθούν να τον γνωρίσουν μέσω της σοφίας· ως τέτοιοι κατανομάζονται οι Έλληνες. Βαθύτερη και θεμελιωδέστερη διαφορά μεταξύ του πρωτοχριστιανισμού και της ελληνικής παιδείας από αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Η «μωρία» του κηρύγματος είναι το παράλογο, και το παράλογο που νικά το Λόγο είναι η ουσία της πίστης («Qredo quia absurdum est», Τερτυλλιανός). Έτσι ερμήνευσε και ο Kierkegaard το χριστιανισμό εναντίον του Hegel.
   Είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι το σφρίγος του χριστιανισμού είναι ο λογιατατισμός των Απολογητών και η αλληγορική μέθοδος ερμηνείας -ή μάλλον παρερμηνείας- των Γραφών, που οι Κλήμης και Ωριγένης δανείσθηκαν από τους στωικούς για να εκλογικεύσουν το Παράλογο. Χριστιανισμός, πολύ περισσότερο, είναι: μωρία της προφητείας, ελπίδα των απελπισμένων, τρόμος της ενοχής, πίστη που σώζει.
   Πώς να ερμηνεύσουμε, επί τη βάσει όλων αυτών, εκείνη τη φαινομενικά αινιγματική φράση του Χριστού, όταν επρόκειτο να συναντηθεί με τους Έλληνες: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθεί ο Υιός του Ανθρώπου»; Σίγουρα όχι όπως η ορθόδοξη Εκκλησία, που διαβάζει τη φράση σαν το ακριβώς αντίθετό της: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθούν οι Έλληνες»! Ο Χριστός εννοούσε ακριβώς αυτό που είπε, ότι ο ίδιος επρόκειτο να δοξασθεί: δια της νίκης του επί των Ελλήνων, της κατίσχυσης του Θείου Κηρύγματος επί της ελληνικής ορθολογικής παιδείας. Η ιστορική εξέλιξη τον δικαιωσε...
   Το υμνολόγιο του νικηφόρου χριστιανισμού, που κάθε μέρα του χρόνου ακούγεται στις ελληνικές εκκλησίες, συντηρεί ζωντανή την ανάμνηση της ήττας του ελληνικού πνεύματος (από την Παρακλητική ή Οκτώηχον): Σοφία και γνώσει αληθεί οι μάρτυρες πληρούμενοι, εληνικήν σοφίαν εμώραναν, τον σοφιστήν τε κακίας ώλεσαν, και στερρώς αθλήσαντες, επαξίως έλαβον, τους της νίκης στεφάνους γηθόμενοι (Δευτέρα πρωί, Ωδή γ΄, σ. 21). Κύριε, το απόρρητον μυστήριον της σης σαρκώσεως κηρύξαντες, οι άσοφοι φιλοσόφους κατήσχυναν, του ρήτορος αλιείς επεστόμισαν και γεγόνασι των εθνών σοφοί διδάσκαλοι, φωτίσαντες τα πέρατα της θείας γνώσεως, δι’ αυτών δίδου ημίν το μέγα έλεος (Πέμπτη πρωί, Εις τον όρθρον, σ. 23). Εμώραναν την σοφίαν και σοφιστήν της κακίας απώλεσαν και τους εν αγνοία πλανωμένους φέγγει ευσεβίας οι σοφοί εφώτισαν (Πέμπτη πρωί, Ωδή, σ. 369).
   Ο χριστιανισμός, παρά τον τεράστιο όγκο των «ορθολογικών» πατερικών κειμένων, δεν είναι, όπως πολύ σωστά διέγνωσε ο Kierkegaard, φιλοσοφικό σύστημα. Η πειθώ που ασκεί είναι άλλης εμπνεύσεως. Όποιος θεωρεί ότι οι χιλιάδες μάρτυρες που επέλεξαν να πεθάνουν για το χριστιανισμό το έπραξαν επειδή επείσθησαν από την πατερική διαβεβαίωση ότι ο Χριστός ήταν ο Λόγος, δεν έχει διορατικότητα. Αν οι χριστιανοί επέλεγαν να πεθάνουν για την εναργή φιλοσοφική γνώση, θα το έπρατταν στο όνομα του Σωκράτη, του Ζήνωνα, του Επίκουρου και των άλλων μεγάλων εκπροσώπων της ελληνικής παιδείας, σε σύγκριση με τους οποίους ολόκληρη η Πατερική Φιλολογία, ως προς το φιλοσοφικό περιεχόμενο, δεν είναι περισσότερο από μια υποσημείωση!
   Για το λόγο αυτό οι συγκριτικές θεωρήσεις που καταδεικνύουν την έλλειψη πρωτοτυπίας των διανοημάτων της χριστιανικής κοσμοθεώρησης, ανιχνεύοντας σημείο προς σημείο τους δανεισμούς της από την ελληνική Φιλοσοφία, καταλήγουν σε αδιέξοδο: μα αν ο χριστιανισμός δεν έφερε τίποτα καινούριο στον ελληνόφωνο κόσμο, τότε πώς πίστεψαν, οργανώθηκαν και νίκησαν οι χριστιανοί με βάση το τίποτα;
   Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο επίπεδο της πράξης στην καθημερινή ζωή. Ο Ζήνων της Στοάς είχε πολλά χρόνια προ Χριστού βρει ότι όλες οι ταξικές διακρίσεις των ανθρώπων ήσαν τυχαίες και έπρεπε να καταργηθούν, αλλά οι χριστιανοί έκαναν πράξη την αποδοχή των σκλάβων στις κοινότητές τους. Η Στοά πάλι είχε αποσαφηνίσει τη διαφορά ανάμεσα στον ανώτερο νόμο της φύσης και το νόμο της κοινωνίας, αλλά οι χριστιανοί αποτόλμησαν  να ζήσουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους, σύμφωνα με το νόμο του Χριστού που, κατά τους Πατέρες, είχε την τελειότητα του νόμου της φύσεως. Ούτε η αγάπη προς τον πλησίον είναι αποκλειστικώς χριστιανική αρετή, αλλά, στην εποχή που εξετάζουμε, οι χριστιανοί την έκαναν πράξη πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλη ομάδα. Ο Κέλσος έβρισκε τη χριστιανική ηθική κοινότοπη, χωρίς καμία νέα εντυπωσιακή διδασκαλία· «η συμβουλή να στρέφεις το άλλο μάγουλο εκφράσθηκε καλύτερα από τον Πλάτωνα», παρατήρησε. «Όμως ο Πλάτωνας απευθυνόταν στην υψηλή κοινωνία και όχι, όπως οι χριστιανοί κήρυκες, στο πλήθος», απάντησε ο Ωριγένης...
   Τελικά, ίσως ο καλύτερος τρόπος να κλείσουμε το ζήτημα της επικράτησης του χριστιανισμού είναι με τα λόγια ενός οξυδερκούς ερευνητή: «Σε εποχές αγωνίας, κάθε ολοκληρωτική πίστη ασκεί ισχυρή έλξη... Ο χριστιανισμός θεωρήθηκε άξιος να ζήσει επειδή θεωρήθηκε άξιος να πεθάνει κανείς γι’ αυτόν»...'

Κωσταντίνος Ρωμανός, Η Ελληνική Παιδεία: Πέραν του Δωδεκάθεου και της Ορθοδοξίας, εκδ. Κάκτος