'Είναι γεγονός ιστορικό ότι, από την επικράτηση του χριστιανισμού ως τις μέρες μας, ούτε ένας Έλληνας φιλόσοφος παγκοσμίου κύρους δεν ύψωσε πλέον τη φωνή του στα εδάφη της Ανατολικής Ρώμης, με την εξαίρεση ίσως του Ψευδοδιονυσίου (500 μ.Χ. -που έγραψε ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης»). Τα βιβλία της Ιστορίας της Φιλοσοφίας μιλούν σ’ αυτήν τη συνάρτηση για τον καταστροφικό ρόλο των βαρβαρικών επιδρομών στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που επέφερε το Μεσαίωνα. Όμως αυτά τα ιστορικά δεδομένα δεν ισχύουν για το Βυζάντιο, όπου και η πολιτική αυτονομία διατηρήθηκε και η ελληνική γλώσσα.
   Μετά την περιπέτεια των Απολογητών Πατέρων, όταν ο διάλογος με την ελληνική Φιλοσοφία αποτελούσε για τους χριστιανούς ιεαροποστόλους πολιτική αναγκαιότητα πρώτου μεγέθους, ο χριστιανισμός γύρισε, υπακοούοντας αβίαστα στην εσωτερική του νομοτέλεια, στις αντιφιλοσοφικές ιδρυτικές διακηρύξεις του Αποστόλου Παύλου: γέγραπται γαρ απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω (Κορ. Α΄, α΄19)· και: πού σοφρός; πού γραμματεύες; πού συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; (Κορ. Α΄, α΄ 20)· ή: επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος διά της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας (Κορ. Α΄, α΄ 21)· και: επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλληση δε μωρίαν (Κορ. Α΄, α΄ 22-23)...
   Κατά τον Παύλο, όπως βλέπουμε, ο ίδιος ο Θεός αντιτίθεται σε όσους προσπαθούν να τον γνωρίσουν μέσω της σοφίας· ως τέτοιοι κατανομάζονται οι Έλληνες. Βαθύτερη και θεμελιωδέστερη διαφορά μεταξύ του πρωτοχριστιανισμού και της ελληνικής παιδείας από αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Η «μωρία» του κηρύγματος είναι το παράλογο, και το παράλογο που νικά το Λόγο είναι η ουσία της πίστης («Qredo quia absurdum est», Τερτυλλιανός). Έτσι ερμήνευσε και ο Kierkegaard το χριστιανισμό εναντίον του Hegel.
   Είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι το σφρίγος του χριστιανισμού είναι ο λογιατατισμός των Απολογητών και η αλληγορική μέθοδος ερμηνείας -ή μάλλον παρερμηνείας- των Γραφών, που οι Κλήμης και Ωριγένης δανείσθηκαν από τους στωικούς για να εκλογικεύσουν το Παράλογο. Χριστιανισμός, πολύ περισσότερο, είναι: μωρία της προφητείας, ελπίδα των απελπισμένων, τρόμος της ενοχής, πίστη που σώζει.
   Πώς να ερμηνεύσουμε, επί τη βάσει όλων αυτών, εκείνη τη φαινομενικά αινιγματική φράση του Χριστού, όταν επρόκειτο να συναντηθεί με τους Έλληνες: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθεί ο Υιός του Ανθρώπου»; Σίγουρα όχι όπως η ορθόδοξη Εκκλησία, που διαβάζει τη φράση σαν το ακριβώς αντίθετό της: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθούν οι Έλληνες»! Ο Χριστός εννοούσε ακριβώς αυτό που είπε, ότι ο ίδιος επρόκειτο να δοξασθεί: δια της νίκης του επί των Ελλήνων, της κατίσχυσης του Θείου Κηρύγματος επί της ελληνικής ορθολογικής παιδείας. Η ιστορική εξέλιξη τον δικαιωσε...
   Το υμνολόγιο του νικηφόρου χριστιανισμού, που κάθε μέρα του χρόνου ακούγεται στις ελληνικές εκκλησίες, συντηρεί ζωντανή την ανάμνηση της ήττας του ελληνικού πνεύματος (από την Παρακλητική ή Οκτώηχον): Σοφία και γνώσει αληθεί οι μάρτυρες πληρούμενοι, εληνικήν σοφίαν εμώραναν, τον σοφιστήν τε κακίας ώλεσαν, και στερρώς αθλήσαντες, επαξίως έλαβον, τους της νίκης στεφάνους γηθόμενοι (Δευτέρα πρωί, Ωδή γ΄, σ. 21). Κύριε, το απόρρητον μυστήριον της σης σαρκώσεως κηρύξαντες, οι άσοφοι φιλοσόφους κατήσχυναν, του ρήτορος αλιείς επεστόμισαν και γεγόνασι των εθνών σοφοί διδάσκαλοι, φωτίσαντες τα πέρατα της θείας γνώσεως, δι’ αυτών δίδου ημίν το μέγα έλεος (Πέμπτη πρωί, Εις τον όρθρον, σ. 23). Εμώραναν την σοφίαν και σοφιστήν της κακίας απώλεσαν και τους εν αγνοία πλανωμένους φέγγει ευσεβίας οι σοφοί εφώτισαν (Πέμπτη πρωί, Ωδή, σ. 369).
   Ο χριστιανισμός, παρά τον τεράστιο όγκο των «ορθολογικών» πατερικών κειμένων, δεν είναι, όπως πολύ σωστά διέγνωσε ο Kierkegaard, φιλοσοφικό σύστημα. Η πειθώ που ασκεί είναι άλλης εμπνεύσεως. Όποιος θεωρεί ότι οι χιλιάδες μάρτυρες που επέλεξαν να πεθάνουν για το χριστιανισμό το έπραξαν επειδή επείσθησαν από την πατερική διαβεβαίωση ότι ο Χριστός ήταν ο Λόγος, δεν έχει διορατικότητα. Αν οι χριστιανοί επέλεγαν να πεθάνουν για την εναργή φιλοσοφική γνώση, θα το έπρατταν στο όνομα του Σωκράτη, του Ζήνωνα, του Επίκουρου και των άλλων μεγάλων εκπροσώπων της ελληνικής παιδείας, σε σύγκριση με τους οποίους ολόκληρη η Πατερική Φιλολογία, ως προς το φιλοσοφικό περιεχόμενο, δεν είναι περισσότερο από μια υποσημείωση!
   Για το λόγο αυτό οι συγκριτικές θεωρήσεις που καταδεικνύουν την έλλειψη πρωτοτυπίας των διανοημάτων της χριστιανικής κοσμοθεώρησης, ανιχνεύοντας σημείο προς σημείο τους δανεισμούς της από την ελληνική Φιλοσοφία, καταλήγουν σε αδιέξοδο: μα αν ο χριστιανισμός δεν έφερε τίποτα καινούριο στον ελληνόφωνο κόσμο, τότε πώς πίστεψαν, οργανώθηκαν και νίκησαν οι χριστιανοί με βάση το τίποτα;
   Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο επίπεδο της πράξης στην καθημερινή ζωή. Ο Ζήνων της Στοάς είχε πολλά χρόνια προ Χριστού βρει ότι όλες οι ταξικές διακρίσεις των ανθρώπων ήσαν τυχαίες και έπρεπε να καταργηθούν, αλλά οι χριστιανοί έκαναν πράξη την αποδοχή των σκλάβων στις κοινότητές τους. Η Στοά πάλι είχε αποσαφηνίσει τη διαφορά ανάμεσα στον ανώτερο νόμο της φύσης και το νόμο της κοινωνίας, αλλά οι χριστιανοί αποτόλμησαν  να ζήσουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους, σύμφωνα με το νόμο του Χριστού που, κατά τους Πατέρες, είχε την τελειότητα του νόμου της φύσεως. Ούτε η αγάπη προς τον πλησίον είναι αποκλειστικώς χριστιανική αρετή, αλλά, στην εποχή που εξετάζουμε, οι χριστιανοί την έκαναν πράξη πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλη ομάδα. Ο Κέλσος έβρισκε τη χριστιανική ηθική κοινότοπη, χωρίς καμία νέα εντυπωσιακή διδασκαλία· «η συμβουλή να στρέφεις το άλλο μάγουλο εκφράσθηκε καλύτερα από τον Πλάτωνα», παρατήρησε. «Όμως ο Πλάτωνας απευθυνόταν στην υψηλή κοινωνία και όχι, όπως οι χριστιανοί κήρυκες, στο πλήθος», απάντησε ο Ωριγένης...
   Τελικά, ίσως ο καλύτερος τρόπος να κλείσουμε το ζήτημα της επικράτησης του χριστιανισμού είναι με τα λόγια ενός οξυδερκούς ερευνητή: «Σε εποχές αγωνίας, κάθε ολοκληρωτική πίστη ασκεί ισχυρή έλξη... Ο χριστιανισμός θεωρήθηκε άξιος να ζήσει επειδή θεωρήθηκε άξιος να πεθάνει κανείς γι’ αυτόν»...'

Κωσταντίνος Ρωμανός, Η Ελληνική Παιδεία: Πέραν του Δωδεκάθεου και της Ορθοδοξίας, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου