ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΜΕΛΙ


Είδα στον ύπνο μου τα περιστέρια που μπαινόβγαιναν στο παλιό καμπαναριό. Τα αεροπλάνα που διαιρούσαν τον αέρα. Τα καρφιά που μπήγονταν στο σώμα του Χριστού. Τα αυτοκίνητα που πετούσαν χωρίς φτερά. Την κουρτίνα που σκέπαζε τους ήχους του βραδινού. Τον καλπασμό των αλόγων. Τα τρένα που διαλύονταν στην κοιλάδα. Τα είδα όλα αυτά κι έπειτα πλάγιασα σε μια λίμνη από μέλι πικρό.

*

ΚΟΜΜΕΝΟ ΧΕΡΙ


Μου είχαν αναθέσει να ταχτοποιήσω ένα δωμάτιο, που ήταν γεμάτο με παλιά αντικείμενα. Ήταν στοιβαγμένα εκεί μέσα σε τετράδια, παιχνίδια, μάσκες, παπούτσια, βεντάλιες, μουσικά κουτιά, κρύσταλλα και παράξενα καπέλα. Ανάμεσα σε φθαρμένα, σκονισμένα υφάσματα ανακάλυψα ένα κομμένο χέρι. Ήταν ένα ανδρικό, κατάλευκο χέρι, με αξαίσιες γραμμές και γαλάζιες φλέβες. Τα δάχτυλα ήταν μακριά και καλοσχηματισμένα. «Μάλλον ανήκε σε κάποιον πιανίστα», σκέφτηκα. Όταν το πήρα στην αγκαλιά μου άρχισε να κινείται. Το ακούμπησα τρομαγμένος πάνω στα ξεθωριασμένα υφάσματα και αμέσως ηρέμησε. Όταν το ξαναέπιασα, σκαρφάλωσε στο στήθος μου και κάλυψε το πρόσωπό μου με ένα απαλό άγγιγμα. Είχε μια θαμπή, κεχριμπαρένια απαλότητα.



Αλέξανδρος Ίσαρης, Ονειρολόγιο, εκδ. Στερέωμα


Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ.  Άλφρεδ Προύφροκ [απόσπασμα]


Και νά το απόγευμα, το δείλι, κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Γαληνεμένο από ακροδάχτυλα μακριά,
Κοιμισμένο ... κουρασμένο ... ή λίγο προσποιητά,
Τεντώνεται στο πάτωμα, πλάι σε σένα και σε μένα.
Θα ’βρισκα άραγε μετά το τσάι, τα γλυκά,
                          τα παγωτά μαζί της
Τη δύναμη να φθάσω τη στιγμή ώς την κορύφωσή της;
Όμως κι αν έκλαψα και νήστεψα, έκλαψα κι έχω προσευχηθεί,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (με αραιωμένα τα μαλλιά)
                          σε δίσκο επάνω,
Δεν είμαι εγώ προφήτης – και τούτα για σπουδαία δεν τα κάνω·
Είδα του μεγαλείου μου τη στιγμή να τρεμοσβήνει,
Και είδα τον αιώνιο Θυρωρό μ’ ένα μειδίαμα κρυφό
                          το πανωφόρι να μου δίνει,
Με λίγα λόγια, είχα φοβηθεί.

Και θ’ άξιζαν στο τέλος όλ’ αυτά,
Μετά το τσάι και τα γλυκά,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα σε κάποια μας συνομιλία,
Θα είχε κάποια αξία,
Ν’ άρπαζα μ’ ένα χαμόγελο την ευκαιρία,
Να έκλεινα όλο το σύμπαν σε μια σφαίρα εκεί σφιχτά
Και κυλώντας την προς ένα ερώτημα συντριπτικό,
Να ’λεγα:  «Είμαι ο Λάζαρος, ο εκ νεκρών, εδώ βρίσκομαι πάλι,
Για όλα να μιλήσω, όλα να σας τα πω» —
Αν κάποια τότε, σιάζοντας το μαξιλάρι στο κεφάλι,
        Έλεγε «Διόλου δεν εννοούσα αυτό·
        Διόλου, δεν είναι αυτό».

Και θ’ άξιζαν στο τέλος όλα αυτά,
Θα είχε κάποια αξία,
Μετά τα δειλινά και τους αυλόγυρους και τους βρεγμένους δρόμους,
Μετά από τα ρομάντζα, τα φλιτζάνια του τσαγιού,
                          και φούστες που θροΐζουνε στο πάτωμα από πίσω —
Αυτά και πόσα ακόμη ν’ αριθμήσω; —
Αδύνατο να πω ακριβώς τι εννοώ!
Όμως τα νεύρα ήταν σαν σχήματα ριγμένα σε οθόνη
                          από ’να προβολέα μαγικό:
Θα είχε κάποια αξία
Αν κάποια τότε, σιάζοντας το μαξιλάρι ή βγάζοντας
                          το σάλι απ’ το λαιμό,
Έλεγε γυρνώντας στο παράθυρο:
        «Διόλου, δεν είναι αυτό,
        Διόλου δεν εννοούσα αυτό».



Τ. Σ. Έλιοτ, Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεδ Προύφροκ, μτφρ. Άλκης Άβερμπαχ, εκδ. Κουκούτσι

* * *

  'Η ποίηση του Έλιοτ λειτουργεί σε ευρύ υποστασιακό επίπεδο και σε πολλά συνειρμικά επίπεδα. Ψυχικές οδύνες του δημιουργού της, άγχη, ματαιώσεις επιδιώξεων, εμπειρίες θανάτου, η κατάρρευση του μεταπολεμικού κόσμου, αντίρροπες εσωτερικές δυνάμεις που ο Έλιοτ δεν βρήκε το θάρρος να πολεμήσει, καταφάσεις που κέρδισε με σημαντικές  μεταστροφές στη ζωή του, όλα ενσωματώθηκαν στην ποιητική δημιουργία. Με δεξιοτεχνική κυριαρχία στη γλώσσα, αποστασιοποιημένη αφήγηση, μουσικότητα και ρυθμό δέσμευσε ξένες φωνές, άλλοτε ολόκληρο στίχο, άλλοτε μία λέξη, ακόμα και έναν υπαινιγμό, πραγματοποιώντας μια μοναδική ποιητική σύντηξη, ένα πολύτιμο αμάλγαμα υψηλής συγκίνησης, εμβριθούς στοχασμού και βαθείας αυτοσυνειδησίας.
   Ο λόγος του —ποιητικός, κριτικός ή θεατρικός— παραμένει στα γράμματα καίριος. Η πρόσβαση στη σημασία του πρώτου ποιήματός του «Προύφροκ» είναι «ένας λόγος αυτός να θυμόμαστε τους Ουράνιους που κάποτε ήταν εδώ και πάλι θα ρθούν με του χρόνου το πλήρωμα».'

Άλκης Άβερμπαχ, από την Εισαγωγή της έκδοσης

  'Η γενική σχέση «Α γνωρίζει Β» έχει γίνει στη γνωσιολογία ιδιαίτερα προβληματική από την εποχή που ο Kant διεξήγαγε την κριτική της Μεταφυσικής πάνω στη βάση του ερωτήματος «ποιοι όροι πρέπει να πληρούνται για να είναι δυνατή η εμπειρία;» με σκοπό να οριοθετήσει a priori τη νόμιμη και εξασφαλισμένη γνώση απέναντι στην πλασματική. Ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη φάνηκε η αντικειμενική δυνατότητα του Α να καταλάβει σωστά την πραγματικότητα του Β στις οριακές περιτπώσεις όπου η νοητική συγκρότηση του Α είναι τελείως διαφορετική από του Β, όπως στην περίπτωση του δυτικού εθνολόγου που το 19ο αιώνα συναντήθηκε στις αποικίες με τον «πρωτόγονο», ή του ορθολογιστή Ευρωπαίου της εποχής του Διαφωτισμού που βρέθηκε αντιμέτωπος με τις μαγικές και αισθητικές αντιλήψεις του μεσαίωνα της ιστορίας του. Όμως η ορθολογιστική φιλοσοφία της υποκειμενικότητας δεν αρκέστηκε, όπως είναι γνωστό, στην έρευνα για την εξεύρεση κριτηρίων που μπορούσαν να βοηθήσουν τη λειτουργία της γνώσης σε τέτοιες οριακές περιπτώσεις, αλλά προχώρησε στην ανεπίτρεπτη αναγωγή περιεχομένων της νόησης σε λειτουργίες της νόησης αυτής καθαυτήν, δηλαδή, του αντικειμένου της γνώσης στο υποκείμενό της. Η εξέλιξη αυτή μοιραία οδήγησε το υποκείμενο σε απομόνωση (solipsism) μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου το κάθε πράγμα εκ των προτέρων δεν μπορεί να είναι άλλο παρά σύνθεση κατορθωμένη από το Εγώ.
   Ακόμα και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο της ζωής, η καθημερινή επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, θα αποτελέσει εφεξής γνωσιολογικό σκάνδαλο, το πρόβλημα της «ενδοϋποκειμενικής νόησης», που ένας φιλόσοφος σαν τον Max Scheler δεν θα μπορέσει ορθολογιστικά να λύσει παρά μονάχα με την παραδοχή μιας θείας επέμβασης, που καλείται να γεφυρώσει την άβυσσο ανάμεσα σε δύο υποκειμενικότητες. Ο Sartre πάλι, που είχε την πρόνοια να μην επικαλεσυεί τη συνδορμή του Θεού για να διαφυλάξει τον ορθολογισμό, θα αναγκασθεί αργότερα να πει (στο Είναι και το Μηδέν) ότι «το βλέμμα του Άλλου αποτελεί άρνηση της δικής μου υποκειμενικότητας», γιατί μέσα στο βλέμμα του άλλου ανθρώπου βιώνω ταυτόχρονα ότι Εκείνος είναι υποκείμενο, κι Εγώ αντικείμενό του!
   Η αναζήτηση των κριτιρίων που θα διεχώριζαν την αβέβαιη από τη στέρεα γνώση οδήγησε, στα πλαίσια της ορθολογιστικής φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας, σε γενίκευση της προβληματικοποίησης όλων ανεξαιρέτως των γνωστικών σχέσεων. Η στοχαστική ερώτηση «πώς γνωρίζω ότι καταλαβαίνω κάτι;» οδήγησε στο φριχτό αδιέξοδο ενός υποκειμένου που αδυνατεί να συλλάβει οτιδήποτε έξω από τον εαυτό του και που ολάκερη η γνώση του είναι σε τελευταία ανάλυση ταυτολογική. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, στο επίπεδο της ιστορίας, μία εποχή να διαγνώσει οτιδήποτε σε μία άλλη εποχή, χωρίς η γνωστική της προσπάθεια να συνοδεύεται μόνιμα από μιαν υποψία της περιαυτολογίας; Η καθοδική πορεία της φιλοσοφικής γνώσης, που στο κοινωνικό επίπεδο είχε τη βάση της στις διαδικασίες εξατομίκευσης και αποξένωσης του ανρθώπου από τη φύση, οδήγησε στην ηττοπάθεια του θεωρήματος της απόλυτης σχετικότητας της γνώσης.'

Κωσταντίνος Ρωμανός, Υπόθεση Φαλμεράιερ, εκδ. Κάκτος