'Η γενική σχέση «Α γνωρίζει Β» έχει γίνει στη γνωσιολογία ιδιαίτερα προβληματική από την εποχή που ο Kant διεξήγαγε την κριτική της Μεταφυσικής πάνω στη βάση του ερωτήματος «ποιοι όροι πρέπει να πληρούνται για να είναι δυνατή η εμπειρία;» με σκοπό να οριοθετήσει a priori τη νόμιμη και εξασφαλισμένη γνώση απέναντι στην πλασματική. Ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη φάνηκε η αντικειμενική δυνατότητα του Α να καταλάβει σωστά την πραγματικότητα του Β στις οριακές περιτπώσεις όπου η νοητική συγκρότηση του Α είναι τελείως διαφορετική από του Β, όπως στην περίπτωση του δυτικού εθνολόγου που το 19ο αιώνα συναντήθηκε στις αποικίες με τον «πρωτόγονο», ή του ορθολογιστή Ευρωπαίου της εποχής του Διαφωτισμού που βρέθηκε αντιμέτωπος με τις μαγικές και αισθητικές αντιλήψεις του μεσαίωνα της ιστορίας του. Όμως η ορθολογιστική φιλοσοφία της υποκειμενικότητας δεν αρκέστηκε, όπως είναι γνωστό, στην έρευνα για την εξεύρεση κριτηρίων που μπορούσαν να βοηθήσουν τη λειτουργία της γνώσης σε τέτοιες οριακές περιπτώσεις, αλλά προχώρησε στην ανεπίτρεπτη αναγωγή περιεχομένων της νόησης σε λειτουργίες της νόησης αυτής καθαυτήν, δηλαδή, του αντικειμένου της γνώσης στο υποκείμενό της. Η εξέλιξη αυτή μοιραία οδήγησε το υποκείμενο σε απομόνωση (solipsism) μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου το κάθε πράγμα εκ των προτέρων δεν μπορεί να είναι άλλο παρά σύνθεση κατορθωμένη από το Εγώ.
   Ακόμα και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο της ζωής, η καθημερινή επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, θα αποτελέσει εφεξής γνωσιολογικό σκάνδαλο, το πρόβλημα της «ενδοϋποκειμενικής νόησης», που ένας φιλόσοφος σαν τον Max Scheler δεν θα μπορέσει ορθολογιστικά να λύσει παρά μονάχα με την παραδοχή μιας θείας επέμβασης, που καλείται να γεφυρώσει την άβυσσο ανάμεσα σε δύο υποκειμενικότητες. Ο Sartre πάλι, που είχε την πρόνοια να μην επικαλεσυεί τη συνδορμή του Θεού για να διαφυλάξει τον ορθολογισμό, θα αναγκασθεί αργότερα να πει (στο Είναι και το Μηδέν) ότι «το βλέμμα του Άλλου αποτελεί άρνηση της δικής μου υποκειμενικότητας», γιατί μέσα στο βλέμμα του άλλου ανθρώπου βιώνω ταυτόχρονα ότι Εκείνος είναι υποκείμενο, κι Εγώ αντικείμενό του!
   Η αναζήτηση των κριτιρίων που θα διεχώριζαν την αβέβαιη από τη στέρεα γνώση οδήγησε, στα πλαίσια της ορθολογιστικής φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας, σε γενίκευση της προβληματικοποίησης όλων ανεξαιρέτως των γνωστικών σχέσεων. Η στοχαστική ερώτηση «πώς γνωρίζω ότι καταλαβαίνω κάτι;» οδήγησε στο φριχτό αδιέξοδο ενός υποκειμένου που αδυνατεί να συλλάβει οτιδήποτε έξω από τον εαυτό του και που ολάκερη η γνώση του είναι σε τελευταία ανάλυση ταυτολογική. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, στο επίπεδο της ιστορίας, μία εποχή να διαγνώσει οτιδήποτε σε μία άλλη εποχή, χωρίς η γνωστική της προσπάθεια να συνοδεύεται μόνιμα από μιαν υποψία της περιαυτολογίας; Η καθοδική πορεία της φιλοσοφικής γνώσης, που στο κοινωνικό επίπεδο είχε τη βάση της στις διαδικασίες εξατομίκευσης και αποξένωσης του ανρθώπου από τη φύση, οδήγησε στην ηττοπάθεια του θεωρήματος της απόλυτης σχετικότητας της γνώσης.'

Κωσταντίνος Ρωμανός, Υπόθεση Φαλμεράιερ, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου