'Όμως η αλλαγή δεν σταμάτησε εκεί. Η υγρασία εισώρησε βαθιά. Οι άνθρωποι ένιωσαν την παγωνιά στις καρδιές τους· την υγρασία στο μυαλό τους. Στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να διατηρήσουν τα αισθήματά τους σε κάποιο περιβάλλον ζεστασιάς, επινοούσαν το ένα πρόσχημα μετά το άλλο. Ο έρωτας, η γέννηση και ο θάνατος τυλίχτηκαν σε μια ποικιλία ωραίων φράσεων. Άντρες και γυναίκες ασκούνταν διαρκώς σε υπεκφυγές και αποκρύψεις. Κι έτσι όπως ο κισσός και τα αειθαλή δέντρα φούντωναν έξω στο υγρό έδαφος, έτσι άρχσε να αυξάνεται και η γονιμότητα μέσα στα σπίτια. Η ζωή μιας μέσης γυναίκας μετριόταν από τον αριθμό των παιδιών που έφερνε στον κόσμο. Παντευόταν στα δεκαεννέα και ως τα τριάντα είχε αποκτήσει δεκαπέντε ή δεκαωχτό παιδιά – γιατί τα δίδυμα έκαναν θραύση. Έτσι προέκυψε η Βρετανική Αυτοκρατορία και έτσι –γιατί η υγρασία δεν σταματάει, εισχωρει στα μελανοδοχεία όπως στις ξύλινες κατασκευές– οι προτάσεις μεγάλωσαν, τα επίθετα πολλαπλασιάστηκαν, τα λυρικά ποιήματα έγιναν έπη και οι μικρές ασημαντότητες που παλιά κάλυμπταν δοκίμια ενός μονόστηλου, τώρα ήταν εγκυκλοπαίδειες δέκα και δώδεκα τόμων. Ε ναι, οι καιροί είχαν αλλάξει.

Βέρες.
Ο Θεός να μας βοηθήσει, όλος ο κόσμος κλείστηκε σε μια χρυσή βέρα. Πήγαινα σε κάποιο δείπνο. Παντού βέρες. Πήγαινα στην εκκλησία. Γύρω σου έβλεπες μόνο βέρες. Έβγαινα έξω με την άμαξά μου. Σε κάθε χέρι έλαμπαν με μια θαμπή λάμψη βέρες χρυσές ή επίχρυσες, λεπτές, χοντρές, λείες και απέριττες. Τα κοσμηματοπωλεία γέμισαν με βέρες! Τα ζευγάρια βάδιζαν ενωμένα για πάντα στη μέση του δρόμου σέρνοντας τα βαριά βήματά τους. Το δεξί χέρι της γυναίκας ήταν μονίμως περασμένο κάτω από το ανδρικό μπράτσο και τα δάχτυλά της εγκλωβισμένα μέσα στα δικά του. Μόνο όταν τους άγγιζε η μουσούδα κάποιου αλόγου, αποφάσιζαν να σαλέψουν και τότε, σαν να αποτελούσαν έναν συμπαγή όγκο, προχωρούσαν βαρύθημα προς την άκρη του δρόμου. Αυτό δεν έμοιαζε να είναι έργο της Φύσης. Ήταν αλλόκοτο, αηδιαστικό· πράγματι, υπήρχε κάτι σ’ αυτή την παντοτινή ένωση των δύο σωμάτων, που ήταν αποκρουστικό για την αντίληψή μου περί κοσμιότητας αλλά και υγιεινής.

Όμως τόσο ακατάβλητη είναι η φύση του πνεύματος αυτής της εποχής, που τσακίζει όποιον προσπαθεί να αντισταθεί, πολύ περισσότερο απ’ αυτούς που υποτάσσονται. Ίσως, λοιπόν, να υπάρχει για κάθε άντρα και κάθε γυναίκα κάποιος που έχει οριστεί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Μπορεί να είναι παρήγορο να ξέρεις ότι μπορείς να γείρεις κάπου· ότι μπορείς να καθίσεις· ότι μπορείς να ξαπλώσεις· να μη σηκωθείς ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ πια.

Το πνεύμα του δέκατου ένατου αιώνα με συνέτριψε.'


Βιρτζίνια Γουλφ, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, διασ. Ιώ Βουλγαράκη, εκδ. Κάπα Εκδοτική

  'Η εργατική τάξη είναι η άρνηση και η κρίση του καπιταλισμού, και γι’ αυτόν το λόγο η άρνηση και η κρίση του ίδιου του εαυτού της. Το να αρνηθεί κανείς το κεφάλαιο σημαίνει να αρνηθεί αυτό που δημιουργεί το κεφάλαιο, ήτοι την αφηρημένη ή αλλοτριωμένη εργασία. Το να αρνηθεί κανείς την αφηρημένη εργασία σημαίνει να αγωνιστεί για την απελευθέρωση εκείνου το οποίο αρνείται κάθε μέρα η αφηρημένη εργασία, δηλαδή να αγωνιστεί για την απελευθερωση του επωφελούς ή δημιουργικού πράττειν, του πράττειν εκείνου που ωθεί προς την ίδια του την απελευθέρωση. Η ταξική πάλη δεν είναι απλά η πάλη της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο, αλλά σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο η πάλη του πράττειν ενάντια στην (αφηρημένη ή αλλοτριωμένη) εργασία και ως εκ τούτου ενάντια στο κεφάλαιο. Και αυτό σημαίνει την πάλη ενάντια σε ολόκληρο το οικοδόμημα της ταξικής διαστρωμάτωσης που έχει κατασκευαστεί στη βάση της αφηρημένης εργασίας· και αυτό σημαίνει την πάλη ενάντια στην ίδια την εργατική τάξη τόσο ως τάξη όσο και ως (αφηρημένα) εργατική.'

Τζον Χολογουέι, Γιατί ο Adorno; 2 Κείμενα για την Αρνητική Διαλεκτική και την Αρνητική Αυτονομία, μτφρ. Γιώργος Πέρτσας, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες

'ΒΟΓΚΛΕΡ Διαχειρίζομαι, ἐπικοινωνῶ, ὀργανώνω τὸ ἀνείπωτο, τὸ τρομερό, τὸ ἐπικίνδυνο. Δὲν παίρνω μέρος στὸ δράμα, τὸ ὑλοποιῶ. Ἀπεχθάνομαι τὸ αὐθόρμητο, τὸ ἀπερίσκεπτο, τὸ ἀνακριβές. Εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ σὲ κάνω νὰ σταθεροποιήσεις τὴν ἔμπνευσή σου ἔτσι ποὺ νὰ δώσει στὸ κοινὸ τὴν ἐντύπωση ἔμπνευσης. Δὲν ἔχω χῶρο γιὰ τὶς δικές μου περιπλοκές, παρά μόνο στὸ μέτρο ποὺ χρησιμεύουν σὰν κλειδιὰ γιὰ τὰ μυστικὰ τοῦ κειμένου ἤ σὰν ὤθηση γιὰ τὴ δημιουργικότητα τοῦ ἠθοποιοῦ. Μισὦ τὸ θόρυβο, τὴν ἐπιθετικότητα, τὰ ξεσπάσματα. Ἡ πρόβα μου εἶναι σὰν ἐγχείριση στὸ χειρουργεῖο. Ἐδῶ βασιλεύουν ἡ αὐτοπειθαρχία, ἡ καθαρότητα, τὸ φῶς καὶ ἡ ἡσυχία. Μιὰ πρόβα εἶναι μιὰ πολὺ αὐστηρὴ δουλειά, δὲν εἶναι ἀτομικὴ ψυχοθεραπεία γιὰ τοὺς σκηνοθέτες καὶ τοὺς ἠθοποιούς. Μόνο περιφρόνηση ἔχω γιὰ τὸν Βάλτερ, ποὺ ἔρχεται μεθυσμένος καὶ μᾶς ξερνάει τὰ προσωπικά του στὶς δέκα καὶ μισὴ τὸ πρωί. Ἀηδία μοῦ προξενεῖ ἡ Τερέζα, ποὺ τρέχει καὶ μὲ φιλάει μέσα σὲ ἕνα σύννεφο ἀπὸ ἱδρώτα καὶ κακόγουστο ἄρωμα. Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ ὑποβάλω σὲ βασανιστήρια τὸν Πάουλ, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ ψηλοτάκουνα παπούτσια ἐνῶ ξέρει ὅτι ὅλη μέρα θὰ πρέπει νὰ ἀνεβοκατεβαίνει σκάλεις στὴ σκηνή. Περιφρονῶ τὸ Βάνια ποὺ ἔρχεται τρέχοντας μὲ ἕνα λεπτὸ καθυστέρηση, μὲ τὰ μαλλιά του νὰ ἀκολουθοῦν, ἄπλυτος καὶ λαχανιασμένος, φορτωμένος τσάντες. Θέλω ἠσυχία, τάξη καὶ εὐγένεια. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος ποὺ ἔχουμε γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὸ χωρὶς ὅρια, τὶς δυσκολίες, τὸ σκοτάδι. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ λύσουμε τὰ αἰνίγματα καὶ νὰ μάθουμε τὸ μηχανισμὸ τῆς ἐπανάληψης. Μεριμνῶ γιὰ τὰ κείμενα καὶ τοὺς χρόνους τῆς πρόβας. Ἡ δική μου εὐθύνη εἶναι νὰ μὴν ἀφήσω τὴ δουλειά σας νὰ χάσει τὸ νόημά της. Τὸ θέμα δὲν εἶμαι ἐγώ, ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ παρατηρῶ, νὰ καταγράφω, καὶ νὰ ἐλέγχω. Προτείνω, βάζω σὲ πειρασμό, ἐνθαρρύνω ἤ ἀπορρίπτω. Δὲν εἶμαι αὐθόρμητος, παρορμητικός, μέρος τῆς δράσης. Φαίνεται μόνο σὰν νὰ εἶμαι. Ἄν γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο ἔβγαζα τῆ μάσκα μου καὶ ἔλεγα τί αἰσθάνθηκα ἤ τί σκέφτηκα, ὅλοι θὰ ἤσασταν ἔξαλλοι μαζί μου, θὰ θέλατε νὰ μὲ κάνετε κομμάτια καὶ νὰ μὲ πετάξετε ἀπὸ τὸ παράθυρο.
ΡΑΚΕΛ (εὐγενικά) Εἶσαι βλάκας. Τὸ θέατρο εἶναι σκατὰ καὶ βρομιὲς καὶ καψούρα καὶ θόρυβος, καὶ σύγχηση, μαζὶ μὲ τὴν πιὸ σκοτεινὴ κακία. Αὐτὰ τὰ κηρύγματα τῆς ἁγνότητας δὲν μὲ πείθουν. Εἶναι ψεύτικα καὶ πολὺ ὕποπτα. Σὰν καὶ σένα.'

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Μετά την Πρόβα, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλος, εκδ. Περισπωμένη

*

  'Ὡς δράμα τῆς νεύρωσης, τὸ σκανδιναβικὸ δράμα εἶναι ἡ κύρια ἴσως ἐκφανση τοῦ σκανδιναβικοῦ λουθηρανισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ λουθηρανισμοῦ ποὺ δὲν μετεξελίχθηκε οὔτε σὲ φιλελεύθερο ἀνθρωπιστικὸ προτεσταντισμό, οὔτε σὲ καλβινιστικὸ ἀντιανθρωπισμό, ἀλλὰ παρέμεινε καθηλωμένος στὴν πρώτη φάση τῆς πνευματικῆς ἐξέλιξης τοῦ Λουθήρου, τὴν πρὶν ἀπὸ τὴ συμφιλίωση, αὐτὴ στὴν ὁποία κορυφώθηκε ἱστορικὰ ἡ αὐγουστινικὴ συνειδητοποίηση τῆς πολυδιάσπασης τῆς βούλησης. Ἀλλὰ ἡ λουθηρανὴ ψυχὴ πρέπει ἐντέλει νὰ ἐπαναφέρει τὰ πάντα στὴν ἐσωτερικότητά της ποὺ σχεδὸν δὲν χρειάζεται νὰ ἐξωτερικευτεῖ, ἔτσι ποὺ καὶ ἡ ἀμαρτία (ἤ, ὅπως καὶ νά ᾽χει, αὐτό ποὺ ἄλλες ἐποχὲς ὀνόμαζαν ἔτσι, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλῶς τὸ πιὸ ἀθῶο προστάδιο τῆς ἁμαρτίας) συρρικνώνεται μέσα της σὲ λογισμό, γίνεται ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι μέσα στὸν ἀτάραχο βυθό τῆς συνείδησης. Ἡ συρρίκνωση τῆς ἁμαρτίας σὲ λογισμό — αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τοῦ Μετὰ τὴν πρόβα.
   Ὅπως ἡ ἀρχαία τραγωδία, ποὺ δραματοποιοῦσε τὴ συντριβή τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ μοίρα του, χρειάστηκε πολλὰ ἔργα μέχρι νὰ ἀναλώσει τὸ διάπυρο ὑλικό της, ἀλλὰ χρειάστηκε καὶ τὰ λίγα ποὺ ἀσφάλιζαν τὴν παρακαταθήκη της δείχνοντας ὅτι ὁ σπαραγμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν ἀδικία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὅτι οἱ θεοὶ δὲν μποροῦν νὰ παρακολουθοῦν ἀδιάφορα ἀλλὰ ὅτι καὶ αὐτῶν ἡ συνείδηση πρέπει νὰ ὡριμάσει —χρειάστηκε δηλαδὴ τὶς Εὐμενίδες καὶ τὸν Οὐδίποδα ἐπὶ Κολωνῷ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις—, ἔτσι καὶ τὸ σκανδιναβικὸ θέατρο ποὺ ἀναλώθηκε στὴν περιγραφὴ τοῦ δράματος τῆς ἀνθρώπινης νεύρωσης χρειαζόταν ἕνα ἔργο στὸ ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη νεύρωση νὰ ἔχει ξεπεραστεῖ.
   Ἀλλἀ κάθε τέλος εἶναι ἀμφίσημο. Ἡ τραγωδία τῆς μοίρας τελείωσε μόνο γιὰ νὰ δώσει τὴ θέση της στὴν τραγωδία τῆς ἐλευθερίας. Καὶ τὸ δράμα τῆς νεύρωσης ἴσως τελείωσε γιὰ νὰ δώσει τὴ θέση του στὸ πνιγηρὸ πένθος τῆς ἀπονεύρωσης ὅλων τῶν διακυβευμάτων, ποὺ ἴσως κανεὶς δὲν ἀπέδωσε τόσο καλὰ ὅσο ὁ τελευταῖος προφήτης τῶν καιρών μας, ὁ Μπέκετ. Ὅταν τὰ ρυάκια τῶν λόγων εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νὰ στερεύουν ἕνα ἕνα καὶ ἡ ἔρημος νᾶ μεγαλώνει.'

Χρήστος Μαρσέλος, από το 'Επίμετρο' της έκδοσης

  'Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιες ώρες ήταν ωφέλιμες για τον Ζαν. Ίσως όχι τόσο όσο θα μπορούσαν να ’ναι για να του ξαναδώσουν, θυμίζοντάς του ότι ήταν ικανός για τέτοιες στιγμές, μια κάποια εμπιστοσύνη στον εαυτό του κατά τους μήνες της αδράνειας και της μετριότητας. Η μετριότητά του τον βάραινε υπερβολικά για κάτι τέτοιο. Κι αυτό που μια μέρα είχε κατορθώσει να βγει από μέσα του, πίστευε ότι είχε τελειώσει για πάντα, μην μπορώντας να βρει στον εαυτό του περισσότερη δύναμη απ’ αυτήν που περιέκλειε τώρα. Αυτές οι ώρες, όμως, δεν ήταν χαμένες για τον Ζαν. Κατεβαίνοντας ξανά, με τόσο μεγάλο πόθο για τα ηλιοβασιλέματα της Βρετάνης, στην κοιλάδα που βρισκόταν τόσο μακριά από τη θάλασσα και όπου οι χωρικοί δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους ούτε πανί ούτε κατάρτι, κατάλαβε ότι, αν οι έρωτές μας για πράγματα μοιάζουν με τους έρωτές μας για πρόσωπα ή για ματαιότητες, ως προς το ότι αυτά που αγαπήσαμε πρέπει να τα εγκαταλείψουμε με μια λύπη που δεν μπορεί να διαρκέσει, προκειμένου να αγαπήσουμε άλλα πράγματα και άλλα πρόσωπα, θα είχαμε άδικο αν πιστεύαμε ότι οι έρωτες για πράγματα έχουν μέσα τους το ίδιο κενό με τους έρωτες για πρόσωπα και ότι οι έρωτες για πράγματα δεν κρατούν τίποτε από τον εαυτό μας. Κατάλαβε ότι, αν και δεν ήθελε πια να ξαναρχίσει να αγαπάει τη δεσποινίδα Κοσισέφ, να μπει ξανά στον κόπο να επισκεφτεί τη δούκισσα του Ρεβεγιόν, θα ξανάρχιζε πάντα με την ίδια απόλαυση να κάνει βόλτες στη θάλασσα με τη βάρκα του Πιερ, να γράφει κάτω από τον ήλιο, παρόλο τον άνεμο, κοιτάζοντας τη θάλασσα, στη μικρή βεράντα όπου ο ήλιος φώτιζε τα φύλλα του αμπελιού που είχαν ήδη κοκκινίσει αλλά και αυτά που ήταν ακόμα πράσινα. Ίσως και να μην τα ξανάβλεπε ποτέ. Δεν είχε σημασία, η επιθυμία που αισθανόταν ακόμα γι’ αυτά τα πράγματα ήταν γι’ αυτόν ένα αρκετά καθαρό σημάδι ότι δεν τα είχε αγαπήσει μάταια, ότι είχε κρατήσει κάτι απ’ αυτά. Μια ηλιαχτίδα σαν αυτές που ένιωθε ξαφνικά εκεί πέρα, ένας αέρας που φύσαγε μια ηλιόλουστη μέρα δεν άγγιζαν μόνο τα μάτια του, δεν έμπαιναν μόνο στο στήθος του: γνώριζαν το δρόμο για την καρδιά του και της έφερναν αναμνήσεις. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τις στιγμές που σταματούσε να γράφει, για να κοιτάξει τη σκιά των φύλλων στο ηλιόλουστο τραπέζι και μπροστά στη θάλασσα, τότε που ξαπλωμένος στη βάρκα του κοίταζε τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, έδινε την καρδιά του σε κάτι βαθύτερο από τη ματαιότητα, διαρκέστερο από τον έρωτα. Δεν ήταν μόνο ο ουρανός που συχνά τον ξανάβλεπε σε άλλες, μακρινές περιοχές τόσο απέραντα γαλάζιο, τόσο βαθά απαλό, σαν ένα πιστό μάρτυρα που είχε δει τις χαρούμενες βόλτες του στη θάλασσα και που έμοιαζε να τους χαμογελά ακόμα. Δεν ήταν μόνο οι δειλές αχτίδες του ήλιου που εμφανίζονται πρώτη φορά ξανά όταν διαλύονται τα σύννεφα και τις οποίες έβλεπε να πασχίζουν να ξανοίξουν το χρώμα των φύλλων που δεν φώτιζαν ακόμα, δεν ήταν μόνο το αγνό, σιωπηλό χάδι του κρύου και τόσου γνώριμου ανέμου –πράγματα που είχαν μείνει απαράλλαχτα–, μέσα του ένιωθε ότι κάτι ακόμα, που είχε διαισθανθεί εκείνες τις ώρες μόνο, είχε μείνει απαράλλαχτο. Κι εκείνες τις στιγμές δεν αμφέβαλλε, ούτε ανησυχούσε ούτε λυπόταν. Και η βαθιά του ηρεμία, όπως ο γαλάζιος ουρανός πάνω από το κεφάλι του και τα χορτάρια που θρόιζαν στα πόδια του, έμοιαζε να κρύβει μια γαλήνη, μια σιωπηλή χαρά.'

Μαρσέλ Προυστ, Ζαν Σαντέιγ, μτφρ. Λητώ Ιωκειμίδου, εκδ. Γαβριηλίδης

  'ΜΠΛΟΧ: Μιλήσαμε πρίν γιά τήν ὁλότητα ἀπό τήν ὁποία έξαρτᾶται το κάθε τι. Γιατί ξυπνᾶ κανείς τό πρωί; Πῶς προέκυψε μια τέτοια ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακή κατάσταση ἀκριβῶς στα μέσα τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰώνα και ἔκανε τον Wilhelm Raabe να γράψει αὐτή τη φράση: Ὅταν ξυπνῶ τό πρωί, καθημερινή μου προσευχή εἶναι: χάρισέ μου σήμερα τήν αὐταπάτη μου, τήν καθημερινή μου ἀυταπάτη. Διότι οἱ αὐταπάτες εἶναι ἀναγκαῖες, ἔχουν γίνει ἀναγκαῖες για τη ζωή σ᾽ ἕναν κόσμο πλήρως στερημένο ἀπό μιάν οὐτοπική συνείδηση καί ἀπό μιάν οὐτοπική ἀναπαράσταση.
   ΑΝΤΟΡΝΟ: Τό ἴδιο θέμα ἐμφανίζεται ἐπίσης στό ἕργο τοῦ Μπωντλαίρ ὁ ὁποῖος ἐξυμνεῖ τό ψέμα μέ παρόμοιο τρόπο, και ὅμως πολύ λίγες παραλληλίες ὑπάρχουν ἀνάμεσα στον Μπωντλαίρ και στόν Raabe.
   ΜΠΛΟΧ: Δέν θά ὑπῆρχε Γαλλική Ἐπανάσταση, ὅπως εἶπε ὁ Μάρξ, χωρίς τίς ἡρωικές αὐταπάτες πού γεννοῦσε τό φυσικό δίκαιο. Βέβαια, οἱ αὐταπάτες αὐτές δεν πραγματοποιήθηκαν, και ὅ,τι πραγματοποιήθηκε ἀπ᾽ αὐτές, ἡ ἐλεύθερη ἀγορά τῆς ἀστικῆς τάξης, διόλου δέν εἶναι ὅ,τι ὀνειρεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι ἄν καί τό ἐπιθύμησαν, τό ἤλπισαν, τό ἐπιδίωξαν, ὡς οὐτοπία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τώρα, ἄν ἐπρόκειτο νά προκύψει ἕνας κόσμος ὁ ὁποίος εἲναι ἐντελῶς πιθανός θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι αὐτός ὁ κόσμος δέν ὑπάρχει – ἄν ἕνας τέτοιος κόσμος, στόν ὁποῖο ἡ πείνα καί οἱ ἄμεσες ἀνάγκες ἐξαφανίζονταν, ἀντίθετα ἀπό τόν θάνατο, ἄν αὐτός ὁ κόσμος τελικά θά μποροῦσε ἔστω καί «νά ἐπιτραπεῖ νά ἀναπνεύσει» καί νἀ ἀπελευθερωθεῖ, δέν θά προέκυπταν τελικά μόνο κοινοτοπίες καί μία γκρίζα πεζότητα καί πλήρης ἔλλειψη προσδοκιῶν καί προοπτικῶν σχετικά μέ τήν ὕπαρξη ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἀλλά θά ὑπῆρχε ἐπίσης ἐλευθερία ἀπό τό κέρδος ἀντί τῆς ἐλευθερίας τοῦ κέρδους, κι αὐτό θά δημιουργοῦσε κάποιο χῶρο γιά μιά γενική ἐνδεχόμενη ἀμφιβολία καί γιά ἕνα ἀποφασιστικό ἔναυσμα πρός τήν οὐτοπία ἐκείνη ἡ ὁποία εἶναι τό νόημα τῆς φρασούλας τοῦ Μπρέχτ: «Κάτι λείπει». Αὐτή ἡ φράση, πού εἶναι ἀπ᾽ τό Μαχάγκοννυ, εἶναι μιά ἀπό τίς πλέον βαθυστόχαστες φράσεις πού ἔχει γράψει ὁ Μπρεχτ, καί εἶναι ὅλες κι ὅλες δυό λέξεις. Τί εἶναι αὐτό τό «κάτι»; Ἄν δέν ἐπιτρέπεται νά ριχθεῖ μέσα σέ μιάν εἰκόνα, τότε θά τό ἀπεικόνιζα ὡς ἐν πορείᾳ πρός τό εἶναι (seiend).
   Ἀλλά δέν ἐπιτρέπεται νά τό ἐξαφανίσει κανείς σά νά μήν ὑπῆρχε πραγματικά ἔτσι ὥστε νά μποροῦσε νά πεῖ σχετικά μ᾽ αὐτό: «Πρόκειται γιά τό λουκάνικο». Κατά συνέπεια, ἄν ὅλα αὐτά εἶναι σωστά, πιστεύω ὅτι ἡ οὐτοπία δέν γίνεται νἀ ἐξαφανιστεῖ ἀπό τόν κόσμο εἰς πεῖσμα ὁποιουδήποτε πράγματος, ἀκόμη καί τῆς τεχνολογίας, τό ὁποῖο σίγουρα πρέπει νά ἀναδυθεῖ καί τό ὁποῖο θά βρίσκεται στήν εὐρεία περιοχή τῆς οὐτοπίας, θά ἀποτελεῖ μόνο μικρούς τομεῖς. Αὐτή εἶναι μιά γεωμετρική εἰκόνα, ἡ ὁποία δέν ἔχει θέση ἐδῶ, ὅμως μπορεῖ νά ἐξευρεθεῖ μιά ἄλλη εἰκόνα κατά τό παλιό λαϊκό ρητό «νηστικό ἀρκούδι δέν χορεύει». Οἱ ἄνθρωποι πρέπει πρῶτα νά γεμίσουν τό στομάχι τους κι ὕστερα μποροῦν νά χορέψουν.
   Αὐτό ἀποτελεῖ μιά condito sine qua non γιά νά μποροῦμε νἀ μιλοῦμε γιά τό κάτι ἄλλο χωρίς νά τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἐξαπάτηση. Μόνον ὅταν οἱ καλεσμένοι ἔχουν καθίσει στό τραπέζει μπορεῖ ὁ Μεσσίας νά ἔλθει, μπορεῖ ὁ Χριστός νά ἔλθει.
   Ἔτσι, ὁ μαρξισμός στό σύνολό του, ἀκόμη καί ὅταν ἔχει φθάσει τήν πλέον φωτισμένη του μορφή καί ἔχει ἐκπληρώσει ὅλες τίς προσδοκίες του, εἶναι μόνον ἕνας ὅρος γιά μιά ζωή ἐν έλευθερίᾳ, γιά μιά ζωή ἐν εὐτυχίᾳ, μιά ζωή πιθανῆς ἐκπλήρωσης, μιά ζωή μέ περιεχόμενο.'

Ερνστ Μπλοχ & Τέοντορ Αντόρνο, Κάτι Λείπει: Μία Συζήτηση για τις Αντιφάσεις της Ουτοπικής Επιθυμίας, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος
Frame grab from Jean-Luc Godard᾽s Je vous salue, Marie (1985)

  '«Οι λογοτεχνικές φόρμες, σαν τα ζώα, επιβιώνουν με το να προσαρμόζονται στο περιβάλλον» υποστηρίζει θαυμάσια ο Dudley(110), και ο Μπουκόβσκι υπήρξε από τους συγγραφείς που διείδαν πως η μεταπολεμική εποχή χρειαζόταν μια λογοτεχνία «προσαρμοσμένη στο περιβάλλον», μια λογοτεχνία ανανεωμένη στη μορφή και το περιεχόμενο. Έγραψε λοιπόν σε μια άμεση, ωμή και δυνατή γλώσσα εστιάζοντας σε θεματικές στις οποίες οι περισσότεροι συγγραφείς λογοκρίνονται έσωθεν ή έξωθεν (όπως, προπάντων, σεξ), καθώς και σε ανθρώπινους τύπους και κοινωνικές κατηγορίες που η λογοτεχνία, ιδίως η «υψηλή», συχνά απέφευγε: άεργους, άνεργους, φτωχούς, πόρνες, υπαλληλάκους, μικροκακοποιούς, όλους τους λιγότερο ή περισσότερο περιθωριοποιημένους στις δυτικές μεγαλουπόλεις, για πολλούς από τους οποίους φαντάζει δύσκολο έως αδύνατο να βελτιώσουν αισθητά τη ζωή τους – σε αυτούς μπορούμε να συμπεριλάβουμε και αρκετούς καλλιτέχνες. Ικανός να περιγράψει όλη την αμερικανική κοινωνία σε μια σύντομη βόλτα από το δωματιάκι του μέχρι το μπαρ, ο Μπουκόβσκι «φωτογράφισε», πάντα με επίκεντρο τη δική του ζωή, τους συνανθρώπους του προσεκτικά, μίλησε για τα προβλήματά τους χωρίς να τα εξιδανικεύσει, όπως κάνουν συχνά οι λόγιοι συγγραφείς, παίνεψε το θάρρος και τη θέλησή τους χωρίς να παραλείψει να καυτηριάσει τα ελαττώματά τους, αποκάλυψε τις ήττες τους χωρίς να ξεχνά να λαμπρύνει τις χαρές τους, «γειώνοντας τους πάντες, ακόμα και τους αγγέλους», όπως είπε, κατά το ένα ήμισυ εγκωμιαστικά και κατά το άλλο επικριτικά, ο Λέοναρντ Κόεν. Αυτό που σημειώνει ωραία ο Σκουτερόπουλος ακολουθώντας τον Σοπενχάουερ, ότι «έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το κέντημα του αρχαίου κόσμου από την καλή· με τους Κυνικούς το βλέμμα στρέφεται για λίγο και στην ανάποδη όψη του, την όχι και τόσο όμορφη» (ΑΚ, 11, Πρόλογος), ισχύει απόλυτα για τον Μπουκόβσκι, ο οποίος, επειδή έδειξε με την τόση παρρησία την ανάποδη όψη της Αμερικής, την όχι και τόσο όμορφη, παραγκωνίστηκε επιδεικτικά από το ακαδημαϊκό κατεστημένο. Και αυτό που σημειώνει εξίσου ωραία ένας βιογράφος του, ότι «αξίζει να μελετηθεί πώς ένας απαρέγκλιτος μισάνθρωπος συνέβαλε περισσότερο στον εκδημοκρατισμό της ποίησης από κάθε άλλο Αμερικανό συγγραφέα, ζωντανό ή νεκρό, και χωρίς να έχει κανένα τέτοιο σχέδιο» (Baughan, 81), είναι αυτό που προσπάθησα να δείξω εδώ, μεταξύ άλλων. Με λίγα λόγια, ο Μπουκόσβκι έγραψε «με χιούμορ και με χάρη» για απλούς ανθρώπους αυτά που ζούσε και ο ίδιος ως απλός, και συγχρόνως σύνθετος, άνθρωπος, κι έγινε ένας λογοτεχνικός ήρωας, όπως ο κλασικός Κυνικός θεωρούνταν ένας φιλοσοφικός ήρωας.'

Γιώργος Λαμπράκος, Τσαρλς Μπουκόβσκι: Ο κυνικός Κυνικός, εκδ. Γαβριηλίδης