'ΜΠΛΟΧ: Μιλήσαμε πρίν γιά τήν ὁλότητα ἀπό τήν ὁποία έξαρτᾶται το κάθε τι. Γιατί ξυπνᾶ κανείς τό πρωί; Πῶς προέκυψε μια τέτοια ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακή κατάσταση ἀκριβῶς στα μέσα τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰώνα και ἔκανε τον Wilhelm Raabe να γράψει αὐτή τη φράση: Ὅταν ξυπνῶ τό πρωί, καθημερινή μου προσευχή εἶναι: χάρισέ μου σήμερα τήν αὐταπάτη μου, τήν καθημερινή μου ἀυταπάτη. Διότι οἱ αὐταπάτες εἶναι ἀναγκαῖες, ἔχουν γίνει ἀναγκαῖες για τη ζωή σ᾽ ἕναν κόσμο πλήρως στερημένο ἀπό μιάν οὐτοπική συνείδηση καί ἀπό μιάν οὐτοπική ἀναπαράσταση.
   ΑΝΤΟΡΝΟ: Τό ἴδιο θέμα ἐμφανίζεται ἐπίσης στό ἕργο τοῦ Μπωντλαίρ ὁ ὁποῖος ἐξυμνεῖ τό ψέμα μέ παρόμοιο τρόπο, και ὅμως πολύ λίγες παραλληλίες ὑπάρχουν ἀνάμεσα στον Μπωντλαίρ και στόν Raabe.
   ΜΠΛΟΧ: Δέν θά ὑπῆρχε Γαλλική Ἐπανάσταση, ὅπως εἶπε ὁ Μάρξ, χωρίς τίς ἡρωικές αὐταπάτες πού γεννοῦσε τό φυσικό δίκαιο. Βέβαια, οἱ αὐταπάτες αὐτές δεν πραγματοποιήθηκαν, και ὅ,τι πραγματοποιήθηκε ἀπ᾽ αὐτές, ἡ ἐλεύθερη ἀγορά τῆς ἀστικῆς τάξης, διόλου δέν εἶναι ὅ,τι ὀνειρεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι ἄν καί τό ἐπιθύμησαν, τό ἤλπισαν, τό ἐπιδίωξαν, ὡς οὐτοπία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τώρα, ἄν ἐπρόκειτο νά προκύψει ἕνας κόσμος ὁ ὁποίος εἲναι ἐντελῶς πιθανός θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι αὐτός ὁ κόσμος δέν ὑπάρχει – ἄν ἕνας τέτοιος κόσμος, στόν ὁποῖο ἡ πείνα καί οἱ ἄμεσες ἀνάγκες ἐξαφανίζονταν, ἀντίθετα ἀπό τόν θάνατο, ἄν αὐτός ὁ κόσμος τελικά θά μποροῦσε ἔστω καί «νά ἐπιτραπεῖ νά ἀναπνεύσει» καί νἀ ἀπελευθερωθεῖ, δέν θά προέκυπταν τελικά μόνο κοινοτοπίες καί μία γκρίζα πεζότητα καί πλήρης ἔλλειψη προσδοκιῶν καί προοπτικῶν σχετικά μέ τήν ὕπαρξη ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἀλλά θά ὑπῆρχε ἐπίσης ἐλευθερία ἀπό τό κέρδος ἀντί τῆς ἐλευθερίας τοῦ κέρδους, κι αὐτό θά δημιουργοῦσε κάποιο χῶρο γιά μιά γενική ἐνδεχόμενη ἀμφιβολία καί γιά ἕνα ἀποφασιστικό ἔναυσμα πρός τήν οὐτοπία ἐκείνη ἡ ὁποία εἶναι τό νόημα τῆς φρασούλας τοῦ Μπρέχτ: «Κάτι λείπει». Αὐτή ἡ φράση, πού εἶναι ἀπ᾽ τό Μαχάγκοννυ, εἶναι μιά ἀπό τίς πλέον βαθυστόχαστες φράσεις πού ἔχει γράψει ὁ Μπρεχτ, καί εἶναι ὅλες κι ὅλες δυό λέξεις. Τί εἶναι αὐτό τό «κάτι»; Ἄν δέν ἐπιτρέπεται νά ριχθεῖ μέσα σέ μιάν εἰκόνα, τότε θά τό ἀπεικόνιζα ὡς ἐν πορείᾳ πρός τό εἶναι (seiend).
   Ἀλλά δέν ἐπιτρέπεται νά τό ἐξαφανίσει κανείς σά νά μήν ὑπῆρχε πραγματικά ἔτσι ὥστε νά μποροῦσε νά πεῖ σχετικά μ᾽ αὐτό: «Πρόκειται γιά τό λουκάνικο». Κατά συνέπεια, ἄν ὅλα αὐτά εἶναι σωστά, πιστεύω ὅτι ἡ οὐτοπία δέν γίνεται νἀ ἐξαφανιστεῖ ἀπό τόν κόσμο εἰς πεῖσμα ὁποιουδήποτε πράγματος, ἀκόμη καί τῆς τεχνολογίας, τό ὁποῖο σίγουρα πρέπει νά ἀναδυθεῖ καί τό ὁποῖο θά βρίσκεται στήν εὐρεία περιοχή τῆς οὐτοπίας, θά ἀποτελεῖ μόνο μικρούς τομεῖς. Αὐτή εἶναι μιά γεωμετρική εἰκόνα, ἡ ὁποία δέν ἔχει θέση ἐδῶ, ὅμως μπορεῖ νά ἐξευρεθεῖ μιά ἄλλη εἰκόνα κατά τό παλιό λαϊκό ρητό «νηστικό ἀρκούδι δέν χορεύει». Οἱ ἄνθρωποι πρέπει πρῶτα νά γεμίσουν τό στομάχι τους κι ὕστερα μποροῦν νά χορέψουν.
   Αὐτό ἀποτελεῖ μιά condito sine qua non γιά νά μποροῦμε νἀ μιλοῦμε γιά τό κάτι ἄλλο χωρίς νά τό χρησιμοποιοῦμε γιά ἐξαπάτηση. Μόνον ὅταν οἱ καλεσμένοι ἔχουν καθίσει στό τραπέζει μπορεῖ ὁ Μεσσίας νά ἔλθει, μπορεῖ ὁ Χριστός νά ἔλθει.
   Ἔτσι, ὁ μαρξισμός στό σύνολό του, ἀκόμη καί ὅταν ἔχει φθάσει τήν πλέον φωτισμένη του μορφή καί ἔχει ἐκπληρώσει ὅλες τίς προσδοκίες του, εἶναι μόνον ἕνας ὅρος γιά μιά ζωή ἐν έλευθερίᾳ, γιά μιά ζωή ἐν εὐτυχίᾳ, μιά ζωή πιθανῆς ἐκπλήρωσης, μιά ζωή μέ περιεχόμενο.'

Ερνστ Μπλοχ & Τέοντορ Αντόρνο, Κάτι Λείπει: Μία Συζήτηση για τις Αντιφάσεις της Ουτοπικής Επιθυμίας, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου