'Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιες ώρες ήταν ωφέλιμες για τον Ζαν. Ίσως όχι τόσο όσο θα μπορούσαν να ’ναι για να του ξαναδώσουν, θυμίζοντάς του ότι ήταν ικανός για τέτοιες στιγμές, μια κάποια εμπιστοσύνη στον εαυτό του κατά τους μήνες της αδράνειας και της μετριότητας. Η μετριότητά του τον βάραινε υπερβολικά για κάτι τέτοιο. Κι αυτό που μια μέρα είχε κατορθώσει να βγει από μέσα του, πίστευε ότι είχε τελειώσει για πάντα, μην μπορώντας να βρει στον εαυτό του περισσότερη δύναμη απ’ αυτήν που περιέκλειε τώρα. Αυτές οι ώρες, όμως, δεν ήταν χαμένες για τον Ζαν. Κατεβαίνοντας ξανά, με τόσο μεγάλο πόθο για τα ηλιοβασιλέματα της Βρετάνης, στην κοιλάδα που βρισκόταν τόσο μακριά από τη θάλασσα και όπου οι χωρικοί δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους ούτε πανί ούτε κατάρτι, κατάλαβε ότι, αν οι έρωτές μας για πράγματα μοιάζουν με τους έρωτές μας για πρόσωπα ή για ματαιότητες, ως προς το ότι αυτά που αγαπήσαμε πρέπει να τα εγκαταλείψουμε με μια λύπη που δεν μπορεί να διαρκέσει, προκειμένου να αγαπήσουμε άλλα πράγματα και άλλα πρόσωπα, θα είχαμε άδικο αν πιστεύαμε ότι οι έρωτες για πράγματα έχουν μέσα τους το ίδιο κενό με τους έρωτες για πρόσωπα και ότι οι έρωτες για πράγματα δεν κρατούν τίποτε από τον εαυτό μας. Κατάλαβε ότι, αν και δεν ήθελε πια να ξαναρχίσει να αγαπάει τη δεσποινίδα Κοσισέφ, να μπει ξανά στον κόπο να επισκεφτεί τη δούκισσα του Ρεβεγιόν, θα ξανάρχιζε πάντα με την ίδια απόλαυση να κάνει βόλτες στη θάλασσα με τη βάρκα του Πιερ, να γράφει κάτω από τον ήλιο, παρόλο τον άνεμο, κοιτάζοντας τη θάλασσα, στη μικρή βεράντα όπου ο ήλιος φώτιζε τα φύλλα του αμπελιού που είχαν ήδη κοκκινίσει αλλά και αυτά που ήταν ακόμα πράσινα. Ίσως και να μην τα ξανάβλεπε ποτέ. Δεν είχε σημασία, η επιθυμία που αισθανόταν ακόμα γι’ αυτά τα πράγματα ήταν γι’ αυτόν ένα αρκετά καθαρό σημάδι ότι δεν τα είχε αγαπήσει μάταια, ότι είχε κρατήσει κάτι απ’ αυτά. Μια ηλιαχτίδα σαν αυτές που ένιωθε ξαφνικά εκεί πέρα, ένας αέρας που φύσαγε μια ηλιόλουστη μέρα δεν άγγιζαν μόνο τα μάτια του, δεν έμπαιναν μόνο στο στήθος του: γνώριζαν το δρόμο για την καρδιά του και της έφερναν αναμνήσεις. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τις στιγμές που σταματούσε να γράφει, για να κοιτάξει τη σκιά των φύλλων στο ηλιόλουστο τραπέζι και μπροστά στη θάλασσα, τότε που ξαπλωμένος στη βάρκα του κοίταζε τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, έδινε την καρδιά του σε κάτι βαθύτερο από τη ματαιότητα, διαρκέστερο από τον έρωτα. Δεν ήταν μόνο ο ουρανός που συχνά τον ξανάβλεπε σε άλλες, μακρινές περιοχές τόσο απέραντα γαλάζιο, τόσο βαθά απαλό, σαν ένα πιστό μάρτυρα που είχε δει τις χαρούμενες βόλτες του στη θάλασσα και που έμοιαζε να τους χαμογελά ακόμα. Δεν ήταν μόνο οι δειλές αχτίδες του ήλιου που εμφανίζονται πρώτη φορά ξανά όταν διαλύονται τα σύννεφα και τις οποίες έβλεπε να πασχίζουν να ξανοίξουν το χρώμα των φύλλων που δεν φώτιζαν ακόμα, δεν ήταν μόνο το αγνό, σιωπηλό χάδι του κρύου και τόσου γνώριμου ανέμου –πράγματα που είχαν μείνει απαράλλαχτα–, μέσα του ένιωθε ότι κάτι ακόμα, που είχε διαισθανθεί εκείνες τις ώρες μόνο, είχε μείνει απαράλλαχτο. Κι εκείνες τις στιγμές δεν αμφέβαλλε, ούτε ανησυχούσε ούτε λυπόταν. Και η βαθιά του ηρεμία, όπως ο γαλάζιος ουρανός πάνω από το κεφάλι του και τα χορτάρια που θρόιζαν στα πόδια του, έμοιαζε να κρύβει μια γαλήνη, μια σιωπηλή χαρά.'

Μαρσέλ Προυστ, Ζαν Σαντέιγ, μτφρ. Λητώ Ιωκειμίδου, εκδ. Γαβριηλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου