Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΝΕΓΡΟΥ


Ριγμένος πάνω σε μαξιλάρια με αίμα μαύρο
ξάπλωνε ο ξανθός λαιμός μίας λευκής γυναίκας.
Ο ήλιος έδινε λάμψη στα μαλιά της
κι έγλειφε από πάνω ως κάτω τους λευκούς μηρούς της,
και γονάτιζε γύρω από τα πια μαυρισμένα στήθη της,
τα ακόμη ανέγγιχτα από βίτσια κι από γέννες.
Δίπλα της ένας νέγρος: η οπλή ενός αλόγου
του είχε σπάσει μέτωπο και μάτια. Με τα δυο δάχτυλα
από το βρώμικο αριστερό του πόδι
τρυπούσε το μικρό λευκό αυτί της.
Μα εκείνη αναπαυόταν και κοιμόταν σαν ερωμένη:
σ’ ένα άγγιγμα ευτυχίας πρώτου έρωτα
και σαν λιγάκι πριν την απογείωση
σε ουράνια ταξίδια του ζεστού νεανικού αίματός της.
Μέχρι που
βύθισα το νυστέρι στο λευκό λαιμό της
και μια ποδιά ολοπόρφυρη από νεκρό αίμα
την κάλυψε ως τους γοφούς.



Γκόντφριντ Μπεν, Morgue και Άλλα Ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliothèque

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου