'Στη μαρξιστική οπτική, όπως κι αν περιγράφουμε αυτήν την ιστορική στιγμή όπου το «περίβλημα αυτό σπάει», η πολιτική θα είναι ένα συστατικό στοιχείο της. Το Μανιφέστο έχει διαβαστεί, πρωτίστως, ως ένα κείμενο ιστορικού αναπόφευκτου, και, πράγματι, η δύναμή του πηγάζει, σε μεγάλο βαθμό, από την πίστη που προσφέρει στους αναγνώστες του ότι ο καπιταλισμός ήταν αναπόφευκτα προορισμένος να θαφτεί από τους νεκροθάφτες του, και ότι τώρα –και όχι σε κάποια προηγούμενη περίοδο στην ιστορία– οι συνθήκες για χειραφέτηση είχαν δημιουργηθεί. Εντούτοις, σε αντίθεση με διαδεδομένες παραδοχές –καθ’ όσον πιστεύει ότι η ιστορική αλλαγή προχωράει μέσω των ανθρώπων που φτιάχνουν την δική τους ιστορία– δεν είναι ένα ντετερμινιστικό κείμενο. Οι τάφοι πρέπει να σκαφτούν από ή μέσω της ανθρώπινης δράσης.
   Μια ντετερμινιστική ανάγνωση του επιχειρήματος είναι, πράγματι, δυνατή. Έχει προταθεί ότι ο Ένγκελς έτεινε προς αυτό πιο φυσικά απ’ ό,τι ο Μαρξ, με σημαντικές επιπτώσεις για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και του μαρξιστικού εργατικού κινήματος μετά τον θάνατο του Μαρξ. Ωστόσο, παρά το ότι τα πρώιμα σχέδια του Ένγκελς έχουν χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη, δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να διαβαστεί στο ίδιο το Μανιφέστο. Όταν αφήνει το πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και υπεισέρχεται στο παρόν, είναι ένα κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων παρά πιθανοτήτων, πόσο μάλλον βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο «τώρα» και στον απρόβλεπτο χρόνο, όπου, «στην πορεία της ανάπτυξης», θα υπάρχει «μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων», βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης.
   Η ιστορική αλλαγή μέσω της κοινωνικής πράξης, μέσω της συλλογικής δράσης, βρίσκεται στον πυρήνα του. Το Μανιφέστο βλέπει την ανάπτυξη του προλεταριάτου σαν την «οργάνωση των προλετάριων σε μια τάξη, και επομένως σε ένα πολιτικό κόμμα». Η «κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» («η κατάκτηση της δημοκρατίας») είναι «το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση», και το μέλλον της κοινωνίας εξαρτάται από τις επακόλουθες δράσεις του νέου καθεστώτος (πώς «το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία»). Η αφοσίωση στην πολιτική είναι αυτό που, ιστορικά, διέκρινε τον μαρξικό σοσιαλισμό από τους αναρχικούς, και τους διαδόχους αυτών των σοσιαλιστών, των οποίων το Μανιφέστο συγκεκριμένα καταδικάζει την απόρριψη κάθε πολιτικής δράσης. Ακόμη και πριν τον Λένιν η μαρξική θεωρία δεν ήταν απλώς για το «τι η ιστορία μας δείχνει ότι θα συμβεί», αλλά επίσης και για το «τι πρέπει να γίνει». Αναντίρρητα, η σοβιετική εμπειρία του 2ού αιώνα μας έχει διδάξει ότι μπορεί να είναι καλύτερο να μην κάνουμε «αυτό που πρέπει να γίνει» εντός ιστορικών συνθηκών που καθιστούν την επιτυχία, στην κυριολεξία, απρόσιτη. Αλλά αυτό το μάθημα μπορεί, επίσης, να το έχουμε μάθει αναλογιζόμενοι τις συνεπαγωγές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
   Αλλά τότε, το Μανιφέστο –και αυτή δεν είναι η τελευταία από τις αξιοσημείωτες ιδιότητές του– είναι ένα κείμενο που προεικόνισε την αποτυχία. Ήλπισε ότι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας», αλλά «από κοινού καταστροφή». Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας άλλος μαρξιστής το παρέφρασε ως την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την βαρβαρότητα. Ποιο από τα δύο θα επικρατήσει είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αφήσουμε τον 21ο αιώνα να το απαντήσει.'
Eric Hobsbawm
Έρικ Χομπσμπάουμ, Εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Κυρίαρχο γνώρισμα της εποχής της ρήξης, της εποχής που το «περίβλημα σπάει», όπως το θέλει το Μανιφέστο, θα είναι η πολιτική. Γιατί το Μανιφέστο δεν πρέπει να διαβαστεί σαν κείμενο ντετερμινιστικής έμπνευσης, αλλά σαν κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων και όχι ιστορικών βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο τώρα και στον απρόβλεπτο χρόνο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων  βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης. Στο σημείο αυτό μπορεί να εντοπιστεί και ένα είδος κρυφής αρετής του Μανιφέστου, που ανατρέπει τη συνήθως άκρατη αισιοδοξία των μαρξιστών. Η ελπίδα πως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι ο επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας συνοδεύεται από την υπαρκτή λύση της καταστροφής των τάξεων που αντιμάχονται η μία την άλλη.'

Γεράσιμος Βώκος, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

  'Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό,τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι το υπέρτατο μυστήριο αυτού εδώ του κόσμου. Είναι μια φεγγοβολή που αποζητάει την προσοχή, αλλά δεν της παρέχει κανένα κίνητρο για να διαρκέσει. Η ομορφιά πάντα υπόσχεται και δεν δίνει ποτέ τίποτε· προκαλεί πείνα, αλλά δεν έχει τροφή για το μέρος της ψυχής που προσπαθεί εδώ κάτω να χορτάσει· έχει τροφή μόνο για το μέρος της ψυχής που ατενίζει. Προκαλεί την επιθυμία, και μας κάνει να νιώθουμε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει στην ομορφιά τίποτε επιθυμητό, διότι αυτό που επιθυμούμε πάνω από όλα είναι να μην αλλάξει τίποτε σε αυτήν. Αν δεν αναζητούμε τεχνάσματα για να βγούμε από τον γλυκό βασανισμό που μας επιβάλλει η ομορφιά, η επιθυμία μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε αγάπη, και αρχίζει να διαμορφώνεται η ικανότητα για ανιδιοτελή και καθαρή προσοχή.
   Όσο αποκρουστική είναι η δυστυχία, τόσο ύψιστα ωραία είναι η αληθινή έκφρασή της. Μπορούμε να φέρουμε ως παραδείγματα, ακόμη και από τους πρόσφατους αιώνες, τη Φαίδρα, το Σχολείο γυναικών, τον Ληρ, τα ποιήματα του Βιγιόν, μα πολύ περισσότερο ακόμη τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή· και πολύ περισσότερο ακόμη και την Ιλιάδα, το Βιβλίο του Ιώβ, ορισμένα δημώδη ποιήματα· και πολύ περισσότερο ακόμη τις αφηγήσεις του Πάθους στα Ευαγγέλια. Η φεγγοβολή της ομορφιάς απλώνεται πάνω στη δυστυχία με το φως του πνεύματος της δικαιοσύνης και της αγάπης, του μόνου πνεύματος που επιτρέπει στην ανθρώπινη σκέψη να κοιτάξει και να αναπαραστήσει τη δυστυχία όπως είναι.
   Κάθε φορά επίσης που ένα θραύσμα άφατης αλήθειας περνάει σε λέξεις οι οποίες, χωρίς να μπορούν να συμπεριλάβουν την αλήθεια που τις ενέπνευσε, συνδέονται μαζί της, μέσω της διάταξής τους, με μια τόσο τέλεια αντιστοιχία, ώστε να στηρίζουν κάθε πνεύμα που επιθυμεί να την ξαναβρεί, κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, ένα φέγγος ομορφιάς εκχύνεται πάνω στις λέξεις.
   Ό,τι προέρχεται από την καθαρή αγάπη φωτίζεται από το  φέγγος της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι αισθητή, αν και με πολύ συγκεχυμένο τρόπο και ανάμεικτα με πολλές ψεύτικες απομιμήσεις, μέσα στο κελί όπου κάθε ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται αρχικά φυλακισμένη. Η μόνη βοήθεια στην οποία μπορούν η αλήθεια και η δικαιοσύνη να ελπίζουν για την κομμένη γλώσσα είναι δική της. Η ομορφιά δεν έχει λόγια· δεν μιλάει· δεν λέει τίποτε. Έχει όμως φωνή να καλέσει. Καλεί και δείχνει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια που είναι χωρίς φωνή. Όπως ένα σκυλί γαβγίζει για να έρθουν οι άνθρωποι στο αφεντικό του, που κείτεται άψυχο στο χιόνι.'
Simone Weil
Σιμόν Βέιλ, Το Πρόσωπο και το Ιερό, μτφρ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Πόλις

* * *

  '[...] η ακραία σκέψη της Βέιλ θέτει υπό δοκιμασία τη δική μας σκέψη, τις βεβαιότητες και τις ασφάλειές μας, αποκαλύπτει τις βολές, τις συμβατικότητες και τα ψέματά μας. Πιο συγκεκριμένα, όταν έχουμε να κάνουμε με τα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν είναι κύριοι της ζωής τους και της μοίρας τους, τότε, έχοντας υπόψιν τη Βέιλ, δεν θα μας είναι εύκολο να ρητορεύουμε ανέξοδα περί των απαράγραπτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ίσως –λέω ίσως– προσπαθήσουμε να ακούσουμε τον αλάλητο στεναγμό τους, τη βουβή διαμαρτυρία τους. Διαφορετικά γινόμαστε αναίσθητοι και αναιδείς. Να μιλάς στον άνθρωπο που ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει για το ιερό δικαίωματά του να επιλέγει την εργασία του, σημαίνει ότι σου λείπει η αιδώς. Ποιο είναι το πρόσωπο και τα δικαιώματα των κρατουμένων στο Άουσβιτς ή στο Γκουλάγκ; Τι νόημα έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από αλτσχάιμερ; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε πλήθος άλλες, χρειάζεται εκείνη η προσοχή, για την οποία μιλάει η Βέιλ, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την αγάπη, για να μπορέσεις να ακούσεις ένα μικρό απόηχο από τη βουβή κραυγή τους. Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδύνατου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. Όσα είπαν και έγραψαν δεν τα εφάρμοσε ποτέ κανείς στην ολότητά τους, κανείς δεν τα ακολούθησε μέχρι την άκρα συνέπειά τους. Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνα όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης.'

Σταύρος Ζουμπουλάκης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Βουβή Κραυγή των Σκλάβων και η Μωρία της Αγάπης'

  'Κάθε αίσθημα ντροπής βασίζεται στον αυτο-διαχωρισμό του ατόμου. Παράγεται όταν συμβαίνει μια έμφαση στο εγώ, μια επιταγή της συνείδησης που ασκεί ένας κοινωνικός κύκλος σε ένα πρόσωπο, η οποία παράληλα γίνεται αισθητή σαν να είναι κάπως απρεπής. Γι’ αυτόν τον λόγο, συνεσταλμένες και αδύναμες προσωπικότητες τείνουν να έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην ντροπή. Μόλις γίνουν κάπως το κέντρο της γενικής προσοχής, μόλις υπερτονισθεί ξαφνικά η παρουσία τους, εμφανίζεται σ’ αυτές μια αμήχανη ταλάντωση μεταξύ της έμφασης και της υποχώρησης της αίσθησης του εγώ. (Η εντελώς εσωτερική ντροπή για κάτι που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κοινωνική καταγραφή του, ή η ντροπή που βρίσκεται σαφώς ετκός της κυρίως κοινωνικής ντροπής, φανερώνει μέσω σχετικά εύκολα αναγνωρίσιμων συναισθηματικών κινήτρων και συμβολισμών την ίδια τυπικά βασική δομή). Επειδή αυτή η αυτο-ανύψωση από μια συλλογικότητα, ως πηγή του αισθήματος της ντροπής, είναι τελικά ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο πράγμα από το οποίο αφορμάται, σε πολλές περιπτώσεις κάποιος ντρέπεται ακόμη και για κάτι καλό και ευγενές. Όταν στην «κοινωνία», υπό τη στενότερη έννοια της λέξης, η κοινοτοπία ταυτίζεται με τους καλούς τρόπους, τότε αυτό δεν θα ήταν απλώς συνέπεια αμοιβαίου σεβασμού, βάσει του οποίου θα θεωρείτο έλλειψη τακτ να ξεχωρίσει κανείς μέσα από μια ατομική και ιδιότυπη έκφραση, την οποία δεν μπορεί ο καθένας να μιμηθεί, αλλά οφείλεται και σε έναν φόβο για εκείνο το αίσθημα ντροπής με το οποίο το άτομο επιβάλλει στον εαυτό του μια τιμωρία για την αυτοεξύψωσή του πάνω από τρόπους και πρακτικές που είναι ομοιόμορφα και εξίσου προσβάσιμα σε όλους. Όμως η μόδα προσφέρει, εξαιτίας της ιδιαίτερης εσωτερικής δομής της, έναν αυτο-διαχωρισμό, η οποίος γίνεται ταυτόχρονα αισθητός ως κάτι το πρέπον. Ακόμη και ένας ακραίος τρόπος εμφάνισης ή έκφρασης, στον βαθμό που παραμένει στη μόδα, προστατεύεται από εκείνα τα ενοχλητικά αντανακλαστικά, τα οποία ενεργοποιούνται στο άτομο, όταν γίνεται το αντικείμενο της προσοχής των άλλων.
   Όλες οι δράσεις της μάζας χαρακτηρίζονται από την απώλεια του αισθήματος της ντροπής. Ως μέλος της μάζας, το άτομο μπορεί να συμμετάσχει σε αναρίθμητα πράγματα, για τα οποία όμως θα του εγείρονταν ανυπέρβλητες αντιστάσεις, αν αυτά του ζητούνταν, όταν θα ήταν μοναχό του. Αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα κοινωνικοψυχολογικά φαινόμενα, στο οποίο αναφέρεται αυτός ο χαρακτήρας των δράσεων της μάζας, πως ορισμένες μόδες οδηγούν σε απρέπειες τις οποίες ένα άτομο, αν του τις επέβαλλαν, θα τις απέρριπτε με αγανάκτηση. Ωστόσο, ως επιταγή της μόδας θα τις υπάκουε χωρις αντιρρήσεις. Αφού λοιπόν η μόδα ανήκει στη δράση της μάζας, το αίσθημα ντροπής διαλύεται σ’ αυτήν όπως ακριβώς το αίσθυμα ευθύνης στους συμμέτοχους σε μαζικά εγκλήματα, τα οποία συχνά ένα μόνο άτομο, αν βρισκόταν μόνο του ενώπιον της τέλεσής τους, θα δείλιαζε να διαπράξει. Μόλις σε μια κατάσταση το στοιχείο της προσωπικότητας καταστεί επικρατέστερο απ’ ό,τι η κοινωνική διάσταση που σχετίζεται με τη μόδα, τότε αρχίζει να επιδρά και το αίσθημα της ντροπής: πολλές γυναίκες θα ένιωθαν αμηχανία να εμφανιστούν στο σαλόνι τους μπροστά σε έναν μόνο ξένο άντρα με ντεκολτέ που φορούν μπροστά σε τριάντα ή εκατό άνδρες σε έναν κοινωνικό κύκλο όπου αυτό είναι της μόδας.'
George Simmel
Τζορτζ Σίμελ, Η Μόδα, μτφρ. Κωσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον

  'Κι αυτό το δωμάτιο ήταν κι αυτό χωρίς διέξοδο, ήταν το αιώνιο όπου έμενε αυτός που από χρόνια δεν είχε μόνιμη κατοικία κι είχε το μέρος του σ’ αυτή την ιδανική φυλακή που τον περιέθαλπε κάθε βράδυ. Το υπογάστριό του ήταν εκεί, βαθουλωμένο σαν ένα μικρότερο κουτί σ’ ένα μεγαλύτερο. Ένα ποτήρι, ένα παράθυρι, μια πόρτα. Η πόρτα και το παράθυρο δεν ανοίγουν πουθενά. Το τζάμι δεν άνοιγε παρά στον εαυτό του.
   Κυκλωμένος, απομονωμένος, στο τελευταίο στάδιο της αποχώρησής του ήταν ακόμα δεμένος με μερικά αντικείμενα. Έλειπαν όλα εκείνα που εξαφανίζονταν μόλις τα άφηνε, και ποτέ βεβαίως νωρίτερα, αυτά τα αντικείμενα του έδιναν την ψευδαίσθηση πως ακόμα αγγίζει κάτι έξω από τον ευατό του. Έτσι ο Αλέν ξέπεσε σε μια φτηνή ειδωλολατρία· όλο και περισσότερο βρισκόταν κάτω από την εξάρτηση παράξενων αντικειμένων που επέλεγε η μικρή σαρδόνια φαντασία του. Για τον πρωτόγονο (και για το παιδί) τα αντικείμενα παιχνιδίζουν· ένα δένδρο, μία πέτρα είναι πιο απτά από το κορμί μιας ερωμένης και τα ονομάζουν θεούς γιατί κάνουν το αίμα τους να σφυροκοπάει. Αλλά για τη φαντασία του Αλέν τα αντικείμενα δεν ήταν σημεία εκκίνησης, ήταν εκεί όπου επέστρεφε εξαντλημένη μετά από ένα σύντομο ταξίδι μέσα απ’ τον κόσμο. Φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική ή ήθος, κάθε σύστημα του φαινόταν μια αδύνατη μπλόφα. Επίσης, μη θέλοντας να κρατηθεί από καμιά ιδέα ο κόσμος, καταντούσε τόσο ασταθής, δεν του πρόσφερε κανένα στήριγμα. Μόνο τα στερεά κρατούσαν γι’ αυτόν κάποιο σχήμα.
   Κι εκεί βρισκόταν η αυταπάτη του. Δεν έβλεπε πως αυτά που έδιναν ακόμα στα μάτια του μια παρωδία σχήματος ήταν τα απομεινάρια ιδεών που είχε δεχθεί παρά τη θέλησή του και την παιδεία του και από τα οποία ανάπλαθε ασυνείδητα αυτά τα υλικά κομμάτια. Θα γελούσε κατάμουτρα σε όποιον τον διαβεβαίωνε πως υπήρχε μία μυστική σχέση που την αγνοούσε ή που είχε γεννηθεί κατά λάθος απ’ αυτόν ανάμεσα στην ιδέα της δικαιοσύνης και στην αγάπη για τη συμμετρία που διατηρούσε το δωμάτιό του τόσο καλά τακτοποιημένο. Προσποιόταν ότι αγνοεί την ιδέα της αλήθειας, αλλά εκστασιαζόταν μπροστά σ’ ένα σωρό από σπιρτόκουτα. Για τον πρωτόγονο, ένα αντικείμενο είναι η τροφή που θα φάει, αυτό που τον κάνει να τρέχουν τα σάλια του· για τον παρακμιακό είναι ένα περίττωμα στο οποίο θα αφιερώσει μια λατρία κοπροφαγική.'

Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, μτφρ. Χριστιάνα Καραμανίδου, εκδ. Εξάντας

  'Μερικές φορές φαίνεται ότι αυτό που μας συμβαίνει είναι γραμμένο σε εφημερίδα που κυκλοφόρησε εδώ και καιρό· ότι είναι ένα κακό όνειρο που έχουμε δει. Έτσι, μόλις έξι μήνες αργότερα, έξι μήνες μετά το Άνσλους, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, βρισκόμαστε στο Μόναχο για την περίφημη Συμφωνία. Και σαν να μπορούσαν έτσι να σταματήσουν οι ορέξεις του Χίτλερ, ξεπουλάνε την Τσεχοσλοβακία. Οι γαλλικές και αγγλικές αντιπροσωπείες πηγαίνουν στη Γερμανία. Τυγχάνουν καλής υποδοχής. Στο μεγάλο χωλ, ο πολυέλαιος κουδουνίζει, τα κρεμαστά κρύσταλλα, σαν καμπανάκια που τα πηγαινοφέρνει ο αέρας, παίζουν την αιθέρια παρτιτούρα τους πάνω από τους μπαμπούλες. Οι ομάδες του Νταλαντιέ και του Τσάμπερλεν προσπαθούν, μέσω μιας γκροτέσκας αναμέτρησης, να αποσπάσουν από τον Χίτλερ γελοίες υποχωρήσεις.
   Συχνά ψέγουμε την Ιστορία, ισχυριζόμαστε ότι βάζει τους υπαίτιους των δοκιμασιών μας να παίρνουν πόζα. Δεν θα μας έδειχνε ποτέ το λιγδιάρικο στρίφωμα, το κιτρινισμένο τραπεζομάντιλο, το απόκομμα του μπλοκ επιταγών, τον λεκέ από τον καφέ. Θα μας έδειχνε την καλή πλευρά των γεγονότων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε καλά τη φωτογραφία στην οποία βλέπουμε τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, στο Μόναχο, ακριβώς πριν υπογράψουν, δίπλα στον Χίτλερ και στον Μουσολίνι, οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας και της Γαλλίας φαίνεται να έχουν χάσει την υπερβολική σιγουριά τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπογράφουν. Αφου πρώτα έχουν διασχίσει τους δρόμους του Μονάχου υπό τις ζητωκραυγές ενός τεράστιου πλήθους, που τους υποδεχόταν με ναζιστικούς χαιρετισμούς, υπογράφουν. Και τους βλέπουμε, τον έναν, τον Νταλαντιέ, με το καπέλο στο κεφάλι, κάπως αμήχανο, να κουνάει χαζοχαρούμενα το χέρι, τον άλλο, τον Τσάμπερλεν, με το hat στο χέρι, να χαμογελάει πλατιά. Αυτός ο ακαταπόνητος ειρηνοποιός, όπως το αποκαλούν στον Τύπο της εποχής, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του μεγάρου, απαθανατισμένος μια για πάντα ασπρόμαυρα, ανάμεσα σε δύο σειρές στρατιώτες ναζί.
   Τη στιγμή εκείνη ο σχολιαστής, έμπλεος έμπνευσης, λέει με έρρινη φωνή ότι οι τέσσερις ηγέτες, ο Νταλαντιέ, ο Τσάμπερλεν, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρακινούμενοι από την κοινή βούληση για ειρήνη, ποζάρουν για τις επόμενες γενιές. Η Ιστοτία επιστρέφει αυτά τα σχόλια μαζί με όλη τους την αξιοθρήνητη ασημαντότητα και καθιστά εκ προοιμίου θλιβερά αναξιόπιστες όλες τις μελλοντικές ειδήσεις. Είπαν πως στο Μόναχο γεννήθηκαν τεράστιες ελπίδες. Όσοι τα λένε αυτά αγνοούν το νόημα των λέξεων. Μιλούν τη γλώσσα του παραδείσου, όπου, όπως λένε, όλες οι λέξεις είναι ισάξιες. Λίγο αργότερα, ο Εντουάρ Νταλαντιέ, έπειτα από μερικές νότες μουσικής, μιλάει στο Radio Paris, σε μήκος κύματος δεκαέξι χιλιάδων εκατό σαράντα οκτώ μετρών στα μακρά. Είναι πεπεισμένος ότι έσωσε την ειρήνη στην Ευρώπη, αυτός τουλάχιστον μας λέει. Δεν το πιστεύει καθόλου. «Αχ! Και να ήξεραν οι βλαμμένοι!» λένε ότι ψυθυρίζει κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, μπροστά στο πλήθος που τον ζητωκραυγάζει. Σε αυτόν τον αχταρμά της αθλιότητας, όπου προετοιμάζεται ήδη το έδαφος για τα χειρότερα δεινά, επικρατεί ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα. Τα τεχνάσματα ισοπεδώνουν την πραγματικότητα· και οι δηλώσεις των αρχηγών των κρατών μας θα παρασυρθούν σε λίγο σαν τσίγκινη στέγη σε ανοιξιάτικη θύελλα.'
Éric Vuillard
Έρικ Βιιγιάρ, Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις