'Μερικές φορές φαίνεται ότι αυτό που μας συμβαίνει είναι γραμμένο σε εφημερίδα που κυκλοφόρησε εδώ και καιρό· ότι είναι ένα κακό όνειρο που έχουμε δει. Έτσι, μόλις έξι μήνες αργότερα, έξι μήνες μετά το Άνσλους, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, βρισκόμαστε στο Μόναχο για την περίφημη Συμφωνία. Και σαν να μπορούσαν έτσι να σταματήσουν οι ορέξεις του Χίτλερ, ξεπουλάνε την Τσεχοσλοβακία. Οι γαλλικές και αγγλικές αντιπροσωπείες πηγαίνουν στη Γερμανία. Τυγχάνουν καλής υποδοχής. Στο μεγάλο χωλ, ο πολυέλαιος κουδουνίζει, τα κρεμαστά κρύσταλλα, σαν καμπανάκια που τα πηγαινοφέρνει ο αέρας, παίζουν την αιθέρια παρτιτούρα τους πάνω από τους μπαμπούλες. Οι ομάδες του Νταλαντιέ και του Τσάμπερλεν προσπαθούν, μέσω μιας γκροτέσκας αναμέτρησης, να αποσπάσουν από τον Χίτλερ γελοίες υποχωρήσεις.
   Συχνά ψέγουμε την Ιστορία, ισχυριζόμαστε ότι βάζει τους υπαίτιους των δοκιμασιών μας να παίρνουν πόζα. Δεν θα μας έδειχνε ποτέ το λιγδιάρικο στρίφωμα, το κιτρινισμένο τραπεζομάντιλο, το απόκομμα του μπλοκ επιταγών, τον λεκέ από τον καφέ. Θα μας έδειχνε την καλή πλευρά των γεγονότων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε καλά τη φωτογραφία στην οποία βλέπουμε τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, στο Μόναχο, ακριβώς πριν υπογράψουν, δίπλα στον Χίτλερ και στον Μουσολίνι, οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας και της Γαλλίας φαίνεται να έχουν χάσει την υπερβολική σιγουριά τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπογράφουν. Αφου πρώτα έχουν διασχίσει τους δρόμους του Μονάχου υπό τις ζητωκραυγές ενός τεράστιου πλήθους, που τους υποδεχόταν με ναζιστικούς χαιρετισμούς, υπογράφουν. Και τους βλέπουμε, τον έναν, τον Νταλαντιέ, με το καπέλο στο κεφάλι, κάπως αμήχανο, να κουνάει χαζοχαρούμενα το χέρι, τον άλλο, τον Τσάμπερλεν, με το hat στο χέρι, να χαμογελάει πλατιά. Αυτός ο ακαταπόνητος ειρηνοποιός, όπως το αποκαλούν στον Τύπο της εποχής, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του μεγάρου, απαθανατισμένος μια για πάντα ασπρόμαυρα, ανάμεσα σε δύο σειρές στρατιώτες ναζί.
   Τη στιγμή εκείνη ο σχολιαστής, έμπλεος έμπνευσης, λέει με έρρινη φωνή ότι οι τέσσερις ηγέτες, ο Νταλαντιέ, ο Τσάμπερλεν, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρακινούμενοι από την κοινή βούληση για ειρήνη, ποζάρουν για τις επόμενες γενιές. Η Ιστοτία επιστρέφει αυτά τα σχόλια μαζί με όλη τους την αξιοθρήνητη ασημαντότητα και καθιστά εκ προοιμίου θλιβερά αναξιόπιστες όλες τις μελλοντικές ειδήσεις. Είπαν πως στο Μόναχο γεννήθηκαν τεράστιες ελπίδες. Όσοι τα λένε αυτά αγνοούν το νόημα των λέξεων. Μιλούν τη γλώσσα του παραδείσου, όπου, όπως λένε, όλες οι λέξεις είναι ισάξιες. Λίγο αργότερα, ο Εντουάρ Νταλαντιέ, έπειτα από μερικές νότες μουσικής, μιλάει στο Radio Paris, σε μήκος κύματος δεκαέξι χιλιάδων εκατό σαράντα οκτώ μετρών στα μακρά. Είναι πεπεισμένος ότι έσωσε την ειρήνη στην Ευρώπη, αυτός τουλάχιστον μας λέει. Δεν το πιστεύει καθόλου. «Αχ! Και να ήξεραν οι βλαμμένοι!» λένε ότι ψυθυρίζει κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, μπροστά στο πλήθος που τον ζητωκραυγάζει. Σε αυτόν τον αχταρμά της αθλιότητας, όπου προετοιμάζεται ήδη το έδαφος για τα χειρότερα δεινά, επικρατεί ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα. Τα τεχνάσματα ισοπεδώνουν την πραγματικότητα· και οι δηλώσεις των αρχηγών των κρατών μας θα παρασυρθούν σε λίγο σαν τσίγκινη στέγη σε ανοιξιάτικη θύελλα.'
Éric Vuillard
Έρικ Βιιγιάρ, Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου