'Ο εξαίρετος Lichtenberg είπε: «Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι απόψεις που έχει κάποιος, αλλά τι είδος ανθρώπου φτιάχνουν αυτές οι απόψεις». Τώρα, είναι αλήθεια πως οι απόψεις έχουν μεγάλη σημασία, αλλά ακόμη και οι καλύτερες δεν έχουν καμία χρησιμότητα, αλλά ακόμη και οι καλύτερες δεν έχουν καμία χρησιμότητα, αν δεν κάνουν κάτι χρήσιμο με εκείνους που τις υποστηρίζουν. Η καλύτερη πολιτική τάση είναι εσφαλμένη, αν δεν καταδεικνύει τη στάση που πρέπει να ακολουθηθεί. Και τη στάση τούτη μπορεί ο συγγραφέας να την επιδείξει μόνο εκεί που πράγματι κάνει κάτι: δηλαδή στη συγγγραφή. Η τάση είναι η αναγκαία, αλλά ποτέ η επαρκής, συνθήκη της οργανωτικής λειτουργίας ενός έργου. Αυτή απαιτεί περαιτέρω μια καθοδηγητική, διδακτική συμπεριφορά εκ μέρους του γράφοντα. Και σήμερα τούτο πρέπει να απαιτείται περισσότερο από ποτέ πριν. Ένας συγγραφέας που δεν διδάσκει τίποτα στους συγγραφείς δεν διδάσκει κανέναν. Αυτό που έχει σημασία, λοιπόν, είναι ο υποδειγματικός χαρακτήρας της παραγωγής, που είναι ικανός, πρώτον, να προκαλέσει άλλους συγγραφείς να παράγουν και, δεύτερον, να θέσει στη διάθεσή τους έναν βελτιωμένο μηχανισμό. Και ο μηχανισμός αυτός είναι τόσο καλύτερος, όσους περισσότερους καταναλωτές είναι ικανός να μετατρέψει σε παραγωγούς, δηλαδή από αναγνώστες και θεατές σε συμμέτοχους.'

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο Συγγραφέας ως Παραγωγός, μτφρ. Αλβέρτος Σταϊνχάουερ, εκδ. Πλέθρον

  'Η ορμητική φορά, όπως και η αφθονία, δεν είναι ένδειξη δύναμης στο πεδίο του πνεύματος: είναι η ρύθμιση, είναι πάντοτε η ακρίβεια της προσαρμογής που απαιτεί προσπάθεια. Όσο κι αν διστέλλεται η ερμηνευτική μνήμη, όσο κι αν δίνει προσοχή στη ζωή, όσο κι αν βγαίνει τελικά από το όνειρο, τα εξωτερικά συμβάντα θα ρυθμίσουν την πορεία της και θα επιβραδύνουν το βήμα της, όπως σ’ ένα ρολόι το εκκρεμές τέμνει σε μέρη και κατανέμει σε μια διάρκεια πολλών ημερών τη χαλάρωση του ελατηρίου, η οποία θα ήταν σχεδόν στιγμιαία αν ήταν ελεύθερη.'

  'Αυτό που φαίνεται ότι προκύπτει από την προσεκτική μελέτη των γεγονότων, είναι ότι οι εγκεφαλικές βλάβες που χαρακτηρίζουν τις διάφορες αφασίες δεν προσάλλουν τις ίδιες τις αναμνήσεις, και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχουν, αποθηκευμένες σε ένα οποιοδήποτε σημείο του εγκεφαλικού φλοιού, αναμνήσεις τις οποίες η ασθένεια θα κατέστρεφε. Αυτές οι βλάβες καθιστούν, πράγματι, αδύνατη ή δύσκολη την ανάκληση των αναμνήσεων· αφορούν στον μηχανισμό ανάκλησης, και μόνο αυτόν τον μηχανισμό. Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος του εγκεφάλου είναι να κάνει έτσι ώστε το πνεύμα, όταν χρειάζεται μια ανάμνηση, να μπορεί να πετύχει απο το σώμα τη στάση ή τη γεννώμενη κίνηση, που παρουσιάζει στη ζητούμενη ανάμνηση ένα κατάλληλο πλαίσιο. Αν το πλαίσιο είναι εκεί, η ανάμνηση θα έρθει από μόνη της να παρεοσφρήσει σ’ αυτό. Το εγκεφαλικό όργανο προετοιμάζει το πλαίσιο, αλλά δεν παρέχει την ανάμνηση. Ιδού τι μας μαθαίνουν οι ασθένειες της μνήμης των λέξεων, και τι θα μας έκανε άλλωστε να προαισθανθούμε η ψυχολογική ανάλυση της μνήμης.
   Αν περάσουμε τώρα στις άλλες λειτουργίες της σκέψης, η υπόθεση που μας υποβάλλουν αρχικά τα γεγονότα δεν είναι εκείνη ενός αυστηρού παραλληλισμού μεταξύ της πνευματικής και της εγκεφαλικής ζωής. Σε γενικές γραμμές, στην εργασία της σκέψης, όπως και στη λειτουργία της μνήμης, ο εγκέφαλος εμφανίζεται απλώς επιφορτισμένος με το να ανατυπώνει στο σώμα τις κινήσεις και τις στάσεις εκείνες, οι οποίες υποδύονται ό,τι σκέπτεται το πνεύμα ή ό,τι οι περιστάσεις το κάνουν να σκέπτεται. Αυτό εξάλλου το εξέφρασα αλλού, λέγοντας ότι ο εγκέφαλος είναι «όργανο παντομίμας». Πρόσθεσα δε: «Αυτός που θα μπορούσε να δει στο εσωτερικό ενός εγκεφάλου σε πλήρη δραστηριότητα, να ακολουθήσει το πηγαινέλα των ατόμων και να ερμηνεύσει οτιδήποτε κάνουν, θα μπορούσε πιθανώς να γνωρίσει κάτι απ’ ό,τι συμβαίνει στο πνεύμα, αλλά θα ήταν κάτι ελάχιστο. Θα μπορούσε να γνωρίσει ακριβώς ό,τι εκφράζεται με χειρονομίες, στάσεις και κινήσεις του σώματος· τη δράση μιας ψυχικής κατάστασης, που βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης ή απλώς γένεσης: το υπόλοιπο θα του διέφευγε. Θα βρισκόταν αντιμέτωπος με σκέψεις και συναισθήματα που εκτυλίσσονται στο εσωτερικό της συνείδησης, στην κατάσταση του θεατή που βλέπει ξεκάθαρα όλα όσα οι ηθοποιοί κάνουν πάνω στη σκηνή, αλλά δεν ακούει ούτε λέξη απ’ ό,τι του λένε». Ή ακόμη θα ήταν όπως το πρόσωπο εκείνο που αντιλαμβάνεται μια συμφωνία μόνο από τις κινήσεις της μπαγκέτας του ενορχηστρωτή. Τα εγκεφαλικά φαινόμενα είναι, πράγματι, ως προς την ψυχική ζωή ό,τι οι χειρονομίες του ενορχηστρωτή ως προς τη συμφωνία: σχεδιάζουν μόνο τις κινητήριες αρθρώσεις, δεν κάνουν τίποτε άλλο. Δεν θα βρίσκαμε λοιπόν καμιά από τις υψηλότερες λειτουργίες του πνεύματος στο εσωτερικό του εγκεφαλικού φλοιού. Ο ρόλος του εγκεφάλου, εκτός από τις αισθητηριακές λειτουργίες του, είναι απλώς να μιμείται, με την ευρύτερη έννοια του όρου, την πνευματική ζωή.'


Ανρί Μπερξόν, Το Όνειρο, μτφρ. Πολυξένη Ζινδριλή, εκδ. Επέκεινα
'Sometimes I Feel Like A Motherless Child' - Tango Mangalore

Της μάνας μου η μήτρα - Μπλεζ Σαντράρ


Ήταν η πρώτη μου κατοικία
Κάπως στρογγυλή
Φαντάζομαι καμιά φορά
Εγώ το πώς θα ήμουν...

Τα πόδια μου στην καρδιά σου μητέρα
Τα γόνατά μου στο συκώτι σου πιεσμένα
Τα χέρια μου κρατιόντουσαν απ’ το κανάλι
Όπου κατέληγε η κοιλιά σου

Η πλάτη μου μία λυγισμένη σπείρα
Τα αυτιά μου βουλωμένα τα μάτια μου κενά
Σφιχτά κουλουριασμένος
Το κεφάλι μου έτοιμο να βγει από το σώμα μου

Το κρανίο μου στο άνοιγμά σου
Ευτυχισμένος με τη δική σου υγεία
Μέσα στη θέρμη του αίματός σου
Με τις αγκαλιές του πατέρα

Συχνά μια υβριδική φωτιά
Ηλέκτριζε το σκοτάδι μου
Ένα σοκ στο κρανίο με ηρεμούσε
Και σε κλωτσούσα στην καρδιά

Ο μεγάλος μυς της μήτρας σου
Τανύστηκε με δύναμη
Με πόνο ελευθερώθηκα
Κι εσύ με πλημμύρισες με το αίμα σου

Το μέτωπό μου είναι ακόμα βαθουλωμένο
Απ’ τα σπρωξίδια του πατέρα μου
Γιατί να κινδυνέψει κανείς
Από πιθανό πνιγμό;

Άμα μπορούσα το στόμα μου ν’ ανοίξω
θα σε δάγκωνα
Άμα μπορούσα τότε να μιλήσω
θα ’λεγα:
Σκατά, δεν θέλω να ζήσω!

*

Είναι πως κάποια μέρα - Αντονέν Αρτό


Είναι πως κάποια μέρα
Εκεί που βρισκόμουν
Και όπως βρισκόμουν

Δεν ήμουν πλέον παρθένος
                 Ούτε άθικτος
                 Ούτε ελεύθερος
                 Ούτε μόνος
                 Ούτε στην αρχή
                 Ούτε στο τέλος

Κι ενόσω ήμουν ακόμη ο εαυτός μου
Το μίασμα των πλασμάτων με είχε σκεπάσει
Και είχε προσκολληθεί στην αρχή·
Είπα λοιπόν
Πως στη σκέψη αρχή δεν υπήρξε,
Και πως ο εαυτός μου ήταν η αρχή, μέσα στο σώμα μου,
Και όσο για το μίασμα που με σκεπάζει, θα το καθαρίσω
Μ’ ένα ξεσκονιστήρι.

Το ζήτημα είναι πως, δεν υπάρχει νους από το σώμα μου
Να βγει ώστε να υποδείξει περί τίνος πρόκειται,
Ούτε σκέψη με τις πράξεις του σώματός μου σχετική,

Οι πράξεις του σώματός μου βαστούσαν μέσα στα όριά τους,
Μονάχες,
Δίχως ακτινοβολία
Ή
     Ουσία
Ή της
          Σκέψης
Το άνθισμα

Που είναι το σημείο όπου η αμαρτία σε εμένα προσκολλήθηκε
Για να με καταστρέψει:

Να δράσω ή να μη δράσω
Να είμαι ή να μην είμαι
Όλες οι μέθοδοι προσποίησης του προβλήματος της ζωής
Έξω από το σώμα μου σ’ ένα διάστημα
Που είναι προβληματικό, πλασματικό, φανταστικό, κτλ.

Οτιδήποτε όμορφο
θα γίνει όμορφο στα δέντρα, στα λουλούδια, στη χλόη
Μα ουδέποτε στη σκέψη·
Κι ακόμη και στα δέντρα, στα λουλούδια, στη χλόη,
Δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί.

Οτιδήποτε ανήκει στο διάστημα της φαντασίας
Και της αναδημιούργητης αντίληψης.
Και η λέξη «αδημιούργητη» σημαίνει το τίποτα απολύτως.



από την ανθολογία Παρασπουδές στη Γαλλική Ποίηση, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Bibliothèque

  'Δεν εἶμαι τό ἀποτέλεσμα ἤ ἡ διασταύρωση τῶν πολλαπλῶν αἰτιοτήτων πού προσδιορίζουν τό σῶμα μου ἤ τήν «ψυχή» μου, δέν μπορῶ νά σκεφτῶ τον ἑαυτό μου σάν τμῆμα τοῦ κόσμου, σάν ἁπλό ἀντικείμενο τῆς βιολογίας, τῆς ψυχολογίας καί τῆς κοινωνιολογίας, μήτε νά κλειστῶ μέσα στό σύμπαν τῆς ἐπιστήμης. Ὅ,τι γνωρίζω γιά τόν κόσμο, ἀκόμη κι ἐπιστημονικά, τό γνωρίζω ἀπό μιά ἄποψη δική μου ἤ μιάν ἐμπειρία τοῦ κόσμου δίχως τήν ὁποία τά σύμβολα τῆς ἐπιστήμης δέν θά σήμαιναν τίποτα. Ὅλο τό σύμπαν τῆς ἐπιστἠμης εἶναι οἰκοδομημένο πάνω στόν βιωμένο κόσμο, κι ἄν θέλουμε νά σκεφθοῦμε τήν ἴδια τήν ἐπιστήμη με σοβαρότητα, ν᾽ ἀποτιμήσουμε με ἀκρίβεια τό νόημα καί τή σπουδαιότητά της, ὀφείλουμε ν᾽ἀφυπνίσουμε πρῶτα αὐτή τήν ἐμπειρία τοῦ κόσμου τῆς ὁποίας εἶναι ἡ δευτερογενής ἔκφραση. Ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει καί δέν θά ἔχει ποτέ τό ἴδιο ὀντολογικό νόημα μέ τόν ἀντιληπτό κόσμο γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι εἶναι ἕνας προσδιορισμός ἤ μιά ἐξήγησή του. Εἶμαι ὄχι ἕνα «ζωντανό ὄν» ἤ ἀκόμη ἕνας «ἄνθρωπος» ἤ ἀκόμη μιά «συνείδηση», μέ ὅλα τά χαρακτηριστικά πού ἡ ζωολογία, ἡ κοινωνική ἀνατομία ἤ ἡ ἐπαγωγική ψυχολογία ἀναγνωρίζουν σ᾽ αὐτά τά παράγωγα τῆς φύσης ἤ τῆς ἱστορίας –εἴμαι ἡ ἀπόλυτη πηγή, ἡ ὕπαρξή μου δέν προέρχεται ἀπ᾽ τά προηγούμενά μου, ἀπό τόν φυσικό καί κοινωνικό περίγυρό μου, ὁδηγεῖται πρός αὐτά και τά ὑποβαστάζει, γιατί ἐγώ εἶναι πού κάνω νά ὑπάρξει γιά μένα (και συνεπῶς νά ὑπάρξει στή μοναδική ἔννοια πού ἡ λέξη μπορεῖ να ᾽χει γιά μένα) αὐτή ἡ παράδοση πού ἐκλέγω ν᾽ ἀναλάβω ἤ αὐτός ὁ ὁρίζοντας τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόσταση ἀπό μένα) αὐτή ἡ παράδοση πού ἐκλέγω ν᾽ ἀναλάβω ἤ αὐτός ὁ ὁρίζοντας τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόσταση ἀπό μένα θά κατέρρεε, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀνήκει σάν ἰδιότητα, ἄν δέν ἤμουν ἐδῶ γιά νά τή διατρέξω μέ τό βλέμμα. Οἱ ἐπιστημονικές ἀπόψεις, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ἀποτελῶ μιά στιγμή τοῦ κόσμου, εἶναι πάντα ἀφελεῖς καί ὑποκριτικές, γιατί ὑπονοοῦν, δίχως νά τήν ἀναφέρουν, αύτή τήν ἄλλη ἄποψη τῆς συνείδησης, μέ τήν ὁποία στήν ἀρχή ἕνας κόσμος ταξιθετεῖται γύρω μου κι ἀρχίζει νά ὑπάρχει γιά μένα. Τό νά ἐπιστρέφουμε στά πράγματα τά ἴδια πάει νά πεῖ να ἐπιστρέφουμε σ᾽ αὐτόν τον πρίν ἀπό τή γνώση κόσμο γιά τόν ὁποῖο πάντα μιλάει ἡ γνώση καί ὡς πρός τόν ὁποίο κάθε ἐπιστημονικός προσδιορισμός εἶναι ἀφηρημένος, ἐνδεικτικός και ἐξαρτώμενος, ὅπως ἡ γεωγραφία ὡς πρός τό τοπίο, ὅπου στήν ἀρχή ἔχουμε μάθει τί εἶν᾽ ἕνα δάσος, ἕνα λειβάδι κι ἕνας ποταμός.'

Μορίς Μερλό-Ποντί, Προοίμιο στη Φαινομενολογία της Αντίληψης, μτφρ. Φώτης Καλλίας, εκδ. Έρασμος

  'Ἡ ἐξέλιξη τῆς συνείδησης, ἀπὸ τὶς κινήσεις τῶν μονοκύτταρων ὀργανισμῶν μέχρι τὴν ἀνθρώπινη γλώσσα, ἔχει τὸ σωματικὸ ἀντίστοιχό της στὴν ἐξέλιξη του νευρικοῦ συστήματος τῶν οργανισμών, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀσχοληθοῦμε ἀκολουθώντας τὴν ἐπιταγὴ τοῦ Μπερξὸν νὰ φωτίζουμε τὴ γνωσιολογία καὶ τὴ θεωρία τῆς ζωῆς ἀμοιβαία. Τὸ νευρικὸ σύστημα, ποὺ στὴν ἀνοδικὴ σειρὰ τῶν σπονδυλωτῶν φθάνει στὸ ἀπόγειό του μὲ τὸν ἰσχυρὸ ἐγκέφαλο, δὲν εἶναι μόνο ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν μηχανισμὸς τῆς συνείδησης· σύμφωνα μὲ τὸν Μπερξόν, εἶναι ὁ σημαντικότερος μηχανισμὸς τὴς ζωῆς στὴν ἀνοδικὴ σειρὰ τῶν ζὠων, τὸ ὄργανο ποὺ ἡ συντήρηση του ἀπαιτεῖ μεγάλο μέρος τῶν ἐνεργειακών ἀποθεμάτων τοῦ ὀργανισμοῦ. Κατὰ τὸν Μπερξόν, τὸ ἔμβιο ὄν μοιάζει μὲ ἕνα δοχεῖο τὸ ὁποῖο διακόπτει ἐν μέρει καὶ προσωρινὰ τὴν ἀδιάκοπη ἀπόδοση ἐνέργειας τοῦ ἥλιου σὲ διάφορα σημεῖα πάνω στὴ γῆ, προκειμένου νὰ ἀποθηκεύσει μέσα του ὁρισμένα ἀποθέματα δύναμης ἀπὸ τὴ μὴ ἀναλωμένη ἐνέργεια, γιὰ νὰ τὴν ἀπελευθερώσει στὴν ἡθελημένη στιγμὴ, στὸν ἡθελημένο τόπο ὡς κίνηση. Ἐδῶ ὁ Μπερξόν περιγράφει χωρὶς ἀμφιβολία τὴ διαδικασία τὴν ὁποία ἡ βιοφυσικὴ χαρακτηρίζει ὡς μιὰ ἰδιότητα τοῦ ἔμβιου ὄντος νὰ «μειώνει τὴν ἐντροπία». Σὲ αὐτὴν τὸ φυτὸ τονίζει κυρίως τὴ διάσταση τῆς ἀποθήκευσης, τὸ ζῶο τὴν πτυχὴ τῆς ἀπελευθέρωσης ἐνέργειας. Κάθε ζωντανὸ κύτταρο ξοδεύει ἀκατάπαυστα ἐνέργεια γιὰ νὰ διατηρηθεῖ σὲ ἰσσοροπία, ἀλλά, ἐνῶ τὸ φυτὸ ἐξαντλεῖται σχεδὸν πλήρως σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο διατήρησης, τὸ ζώο ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐνέργειά του καὶ γιὰ μετακινήσεις.
   Μιὰ σημαντικὴ προϋπόθεση στὴ σκέψη τοῦ Μπερξὸν εἶναι ὁτι ἡ ἐλεύθερη μετακίνηση καὶ ἡ συνειδητότητα ἐμφανίζονται σὲ ἀμοιβαία συσχέτιση. Οἱ ζωικοὶ ὀργανισμοὶ χωρὶς διαφοροποιημένο νευρικὸ σύστημα, λόγου χάριν τὰ μονοκύτταρα, μποροῦν βέβαια νὰ κινηθοῦν, ἀλλὰ οἱ κινήσεις τους δὲν εἶναι εὔστοχες καὶ τοὺς λείπει ἡ σαφὴς διάρθρωση, γι᾽αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ συνειδητότητά τους εἶναι ἀναλογα ἀόριστη καὶ ἀνακριβής. Μεγαλύτερη εὐστοχία καὶ βεβαίοτητα στὴν κίνηση παρατηρεῖται μόνο σὲ ὁργανισμοὺς μὲ ἀναπτυγμένο νευρικὸ σύστημα. Γιὰ τὴν ἐκτέλεση μιᾶς πραγματικῆς ἀνακλαστικῆς κίνησης ἀπαιτεῖται ἕνας ὁλόκληρος μηχανισμὸς δομημένος στὸν νωτιαῖο μυελὸ ἤ στὸν προμήκη μυελό· γιὰ τὴ θεληματικὴ ἐπιλογὴ μεταξὺ πολλῶν μέτρων μὲ καθορισμένο περίγραμμα ἀπαιτοῦνται ἐγκεφαλικὰ κέντρα. Ὅπως βλέπουμε, ὅσο πιὸ ἀναπτυγμένο εἶναι τὸ νευρικὸ σύστημα, τόσο πιὸ ἐλεύθερα μπορεῖ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἐπιλέγει τὸν χρόνο καὶ τὴν κατεύθυνση πρὸς τὴν ὁποία μετατρέπει τὴ συγκεντρωμένη ἐνέργεια «ἐν εἴδη ἔκρηξης» σὲ πράξεις. Ἔτσι λοιπὸν εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὴ βιολογικὴ θεμελίωση τῆς ἐλευθερίας νὰ διακρίνουμε ὅτι τὰ ἔμβια ὄντα ἔχουν τὴ δύναμη νὰ σπάσουν τὸν εὐθύγραμμο καθορισμὸ ἐκ μέρους τῆς ἀνόργανης φύσης, ἀκινητοποιώντας κατ᾽ ἀρχὰς μέσα τους τὴ ροὴ τῶν ποσοτήτων ἐνέργειας, γιὰ νὰ τὴ διοχετεύσουν σὲ ἐπιλεγμένες πράξεις. Οἱ ὀργανισμοὶ εἶναι λοιπὸν ἀληθινὰ κέντρα ἀκαθοριστίας στὸ σύμπαν· παρακάμπτουν τὴν ἐντροπία. Ὅσο πιὸ ἀνεπτυγμένο εἶναι τὸ νευρικό τους σύστημα, τόσο λιγότερο καθορίζονται ἀπὸ μηχανικὲς αἰτίες καὶ τόσο μεγαλύτερες εἶναι οἱ δυνατότητές τους γιὰ ἐλευθερία.
   [...]
   Ἤδη ὁ Courier εἴχε πεῖ: «Τὸ νευρικὸ σύστημα εἶναι κατὰ βάθος ὁλόκληρο τὸ ζῶο. Ὅλα τὰ ἄλλα συστήματα ὑπάρχουν μόνο γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετοῦν». Ὁ Μπερξὸν ἐπιχειρεῖ νὰ στηρίξει αὐτὴ τὴ θέση μὲ μιὰ ἀνἀλυση τῆς κατανομῆς τῆς ἐνέργειας στὴν ἑσωτερικὴ ἐνεργειακὴ οἱκονομία τῶν ἀνώτερων θηλαστικῶν. Δείχνει ὅτι τὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα, προπάντων ὁ ἐγκέφαλος, καταναλώνει τὴ μερίδα τοῦ λέοντος ὅσον ἀφορᾶ τὸ γλυκογόνο, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ ἄλλα ὄργανα καταστρέφονται τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ὡστόσο ὁ ἐγκέφαλος λιμοκτονούντων ζώων καὶ ἀνθρώπων παραμένει μέχρι τὸ τέλος σχεδὸν ἄθικτος. Καὶ πραγματικὰ οἱ νεότερες ἔρευνες σὲ ἀνθρώπους ποὺ νηστεύουν ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ τὰ συμπεράσματα. Σὲ κανονικὲς περιπτώσεις ὁ ἐγκέφαλος καταναλώνει περίπου τὰ δύο τρίτα τοῦ γλυκογόνου ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ σῶμα (γιὰ τὴν καύση του χρειάζεται 45% τοῦ διαθέσιμου ὀξυγόνου). Τὸ γλυκογόνο παράγεται προπάντων στὸ ἧπαρ. Ἄν τὰ ἀποθέματα γλυκογόνου ἐξαντληθοῦν, τὸ ἧπαρ ἀρχίζει νὰ τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν πρωτεΐνη τῶν μυῶν· ἄν συνεχιστεῖ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν τροφή, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἧπαρ παράγει γλυκογόνο καὶ ὁ νεφρός, άντλώντας πρόσθετες ποσότητες ἀπὸ τοὺς ἱστοὺς τοῦ σῶματος. Ἄν αὐτὰ τὰ δυὸ ὄργανα δὲν μποροῦν νὰ προμηθεύσουν ἀρκετὸ γλυκογόνο, τότε ὁ ἐγκέφαλος ἀναπροσαρμόζει τὴ δίαιτά του καταναλώνοντας ἀντ᾽αὐτοῦ ὀξέα, τὰ ὁποῖα ἀντλεῖ ἀπευθεῖας ἀπὸ τοὺς ἱστοὺς τοῦ λίπους. Σὲ περιπτώσεις παρατεταμένης ἀποχῆς ἀπὸ τὴν τροφὴ τὸ σῶμα χάνει κατ᾽ ἀρχὰς ἕνα τρίτο καὶ στὴ συνέχεια σχεδὸν τὸ μισὸ ἀπὸ τὸ βάρος του, λὲς καὶ ὑπάρχει μόνο «γιὰ νὰ καθαρίζει καὶ νὰ προστατεύει» τὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα, «νὰ τοῦ ἐξασφαλίζει σταθερὲς συνθῆκες ζωῆς καὶ νὰ τοῦ προμηθεύει... ποσότητες δυνητικῆς ἐνέργειας μετατρέψιμης σὲ μετακινήσεις...» Ὅταν λοιπὸν τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσπάσει ἐνέργεια ἀπὸ τὸ περιβάλλον, μετατρέπεται τὸ ἴδιο σὲ περιβάλλον γιὰ τὸν ἐγκέφαλο καὶ θυσιάζεται γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἐγκέφαλος νὰ συνεχίσει τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἐντροπίας μέχρι τὸ τέλος, στὴ θέση ὁλόκληρου τοῦ ὀργανισμοῦ.'

  'Μὲ τὸν Weber, τὸν Fencher καὶ τὸν Helmholtz ἄρχισε κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἐκείνη ἡ ἐξέλιξη ποὺ βρῆκε τὴ συνεπῆ προέκτασή της στὴ βιοκυβερνητικὴ τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ κατ᾽ ἀρχὰς θεωρητικὴ ποσοτικοποίηση τῶν ψυχικῶν καὶ βιολογικῶν φαινομένων δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν κατασκευή, μεταξὺ ἄλλων, τεχνικῶν ὀργάνων βιοανάδρασης στὶς μέρες μας, τὰ ὁποία ἐπιτρέπουν τὴ διεύθυνση τῆς δραστηριότητας τῶν κυμάτων τοῦ ἐγκεφάλου καὶ μὲ τὴ βοήθεια ἡκεκτρονικῶν μέσων προσδίδουν μεγαλύτερη παραστατικότητα στὸ ἁπλοϊκό-ὑλιστικὸ ὄνειρο ἑνὸς homme machine (ἀνθρώπου ὡς μηχανῆς) τοῦ 18ου αἰώνα. Ἡ κυβερνητικὴ ἀποκάλυψη τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνάδρασης ἔκανε τὴν ἀδέξια μηχανικὴ τοῦ La Mettrie νὰ μοιάζει περισσότερο μὲ τὸ ἔμβιο ὄν· τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὶς νέες θεωρίες τῆς πλαστικότητας τοῦ ἐγκεφάλου σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς παλαιότερες θεωρίες τῆς στατιστικῆς ἐντόπισης τῶν λειτουργιῶν τῆς συνείδησης. Καὶ ὅμως στὴ βάση τόσο τῶν νέων ὅσο καὶ τῶν παλαιότερων φυσικοεπιστημονικῶν θεωριῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο βρίσκεται ἡ ἰδέα τῆς ὁμοιογενοῦς ποσότητας, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας ἡ νεκρὴ φύση τέθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν πολιτιστικῶν συμφερόντων  τῆς ἐξουσίας. Ὁ τελευταῖος νεωτερισμὸς τῆς ποσοτικῆς-φυσικοεπιστημονικῆς σκέψης εἶναι ἡ μεταφορὰ τῆς ἰδέας μιᾶς ἱσσοροπίας τῶν (ἐν)ντάσεων ἀπὸ τὴ φυσικὴ στὴ βιολογία καὶ ἡ ἀπόπειρα ἀναγωγῆς τοῦ τόνου (ἀπὸ τὸ τείνειν) τοῦ νευρικοῦ συστήματος, ὁ ὁποῖος χωρὶς ἀμφιβολία περικλείει τὸ ὁλοκληρωτικὸ μυστικὸ τῆς ζωτικότητας τοῦ ὀργανισμοῦ, σὲ ποσοτικὸ μέγεθος. Παντοῦ καταβάλλονται προσπάθειες ἀπομίμησης τῆς ζωῆς μὲ τὴ βοήθεια χιλιάδων ψευδομορφώσεων τῆς οἰκουμενικῆς μηχανικῆς καὶ ὑπερνίκησης τῆς ἀντίστασής της ἀπέναντι στὸν αἰτιοκρατικό, ἀντικειμενικοποιητικὸ καὶ ποσοτικὸ τρόπο θεώρησης: δὲν θὰ ἐπιτύχουν!'


Κωσταντίνος Π. Ρωμανός, Απολιθωμένη Ζωή: Η Κυριαρχία της Ποσότητας στη Μηχανιστική Κοσμοθεώρηση, εκδ. Gutenberg

Η ΕΝΟΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

   Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε πολύ λίγο στον ενδιάμεσο κρίκο που συνδέει την αποπλάνηση και τη θηλυκότητα, στον ενορμητικό εκείνο φορέα που τις κάνει να ενώνονται, δηλαδή την παθητικότητα.
   Ας επανέλθουμε για λίγο στην ανάλυση του Ανθρώπου με τους λύκους. Ο Φρόυντ κατασκευάζει την εξής αλληλουχία: αποπλάνηση –> παθητικός σκοπός –> γυναικεία θέση. Στο σύμπλεγμα των νημάτων της επιχειρηματολογίας, που ορισμένες φορές είναι αξεδιάλυτο, μπορούμε να απομονώσουμε χονδρικά δύο εκδοχές αυτής της αλληλουχίας:
   Η πρώτη έχει να κάνει με την αποπλάνηση που διαπράττει η αδελφή του (η οποία αρπάζει το μέλος του νεαρού αδελφού της) εξαναγκάζοντας το υποκείμενο σε μια παθητική στάση: παθητικότητα η οποία τον καλεί να υιοθετήσει τη γυναικεία θέση κατά την αναζωπύρωση, εξαιτίας της περίστασης, της πρωταρχικής σκηνής.
   Η δεύτερη εκδοχή, η οποία υπόκειται λιγότερο στα γεγονότα, μεταθέτει την αποπλάνηση –και την παθητικότητα του σαγηνευμένου παιδιού που συνεπάγεται– προς την καθαυτό πρωταρχική σκηνή. Στο βάθος, όλη η παθητικότητα βρίσκεται ήδη στην υποχρεωτική θέση του θεατή της συνουσίας των γονιών: παθητικότητα ενός παιδιού που κατακλύζεται από μια δομημένη ενήλικη σεξουαλικότητα, η οποία εισβάλλει χωρίς καμία επιφύλαξη στον κόσμο του. Ο Φρόυντ προσθέτει: «Η αντίδραση ενός παιδιού ηλικίας 1½ χρονών, τη στιγμή που παρακολουθεί τη συνουσία, ήταν ήδη, κυρίως, μια παθητική αντίδραση» – η παραγωγή κοπράνων. Η διευκρίνηση είναι σημαντική, μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε τη δική μας επιχειρηματολογία: την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού «διαδέχεται» μια ερωτογενής παθητική συμμετοχή στη σκηνή. Η δεύτερη αυτή παθητικότητα δεν έχει την απόλυτη αξία της πρώτης, είναι «επικρατέστερη». Στο βαθμό που δεν είναι ποτέ εύκολο να διακρίνουμε, στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων, τι είναι καθαρά παθητικό και τι είναι ήδη επανάκτηση, ενεργητική­ κυριαρχία του σεναρίου. Τα κόπρανα διαφεύγουν ή εκπέμπονται; Η περίπτωση του πρωκτικού αυνανισμού είναι χαρακτηριστική, τη στιγμή που το παιδί είναι ταυτόχρονα διεγερτικά κόπρανα και διεγερμένη μεμβράνη, τη στιγμή που μέσα στην ίδια πράξη βιώνει την εμπειρία της παθητικότητας και της αποστασιοποίησής της.
   Το να καθορίσομε την ενορμητική παθητικότητα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η πρωτογενής παθητικότα, εκείνη η οποία χαρακτηρίζει τη γενικότερη κατάσταση σαγήνης, είναι ένα σχεδόν εμπορικό δεδομένο, το οποίο συνδέει το αβοήθητο νεογέννητο (που δηλώνει η έννοια Hilfosigkeit) και τον ενήλικο που το φροντίζει και το αγαπά. Ο Ζαν Λαπλάνς επικαλείται τους φιλοσόφους και την κλασική αντιπαράθεση ανάμεσα στη δράση και το πάθος για να προσδιορίσει αυτή την κατάσταση, και όχι την ψυχαναλυτική εμπειρία.
   Η παθητικότητα που προσπαθούμε εμείς να αποσαφηνίσουμε από την πλευρά μας, η οποία συνδέεται με τη θηλυκότητα (της γυναίκας ή του άνδρα), τοποθετείται απόλυτα από την πλευρά ενός ίδιου υποκειμένου – παρόλο που σκηνοθετείται στη σεξουαλική ζωή με έναν σύντροφο. Επειδή προϋποθέτει από τη φύση της έναν δράστη (του οποίου την πράξη κάποιος υφίσταται), η παθητικότητα επιβάλλει ένα είδος διχασμού σε δύο άτομα που βρίσκονται στην ίδια ψυχική σκηνή: τον δράστη και τον παθόντα. Η γυναίκα του φαντασιώνεται μια (σεξουαλική) επίθεση είναι ταυτόχρονα η επιτιθέμενη και η δημιουργός της φαντασίωσης. Ο Φρόυντ, για να παρακάμψει αυτή τη δυσκολία, είχε προτείνει την έννοια του ενορμητικού παθητικού σκοπού, διευκρινίζοντας ότι ένα «μεγάλο μέρος ενέργειας ίσως να είναι απαραίτητο ώστε να επιβληθεί ένας παθητικός σκοπός».
   Η δική μας προσέγγιση μας οδηγεί στο να αποκαταστήσουμε το ζεύγος θηλυκότητα/παθητικότητα με ένα είδος αναγκαιότητας – κάτι που, αναμφισβήτητα, δεν θα αρέσει σε όλους. Το να αποκαταστήσουμε είναι πράγματι η σωστή έννοια· δεν πρέπει άλλωστε να «αναγνωρίσουμε» στον Φρόυντ ότι διαχώρισε τη θηλυκότητα από την παθητικότητα; Αν σταθούμε πιο προσεκτικά σε αυτό τον διχασμό, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά τις Νέες Διαλέξεις του 1932, θα αντιληφθούμε ότι οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη θεωρία του πρωταρχικού ανδρισμού του παιδιού και σε μια ταύτιση, η οποία έμμεσα διατηρείται ανάμεσα στο ενεργητικό και στο ανδρικό: αν το κοριτσάκι είναι ένας μικρός άνδρας, θα πρέπει, συνεπώς, να είναι το ίδιο ενεργητική όσο και το αγόρι.
   Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε και να διαφοροποιήσουμε κάποια σημεία, αλλιώς θα προσπεράσουμε το πιο σημαντικό. Μέσα στην ίδια τη λέξη «παθητικότητα» ενσωματώνονται συνήθως διάφορες έννοιες, χωρίς μεγάλη σχέση μεταξύ τους. Ο Φρόυντ είναι ο πρώτος που ενέχεται στη δημιουργία αυτής της σύγχυσης.
   Αν πράγματι υποστηρίζουμε ότι οι επιθυμίες του κοριτσιού απέναντι στα πρώτα αντικείμενα δεν είναι, περισσότερο απ’ ό,τι στο αγόρι, απαλλαγμένες από κάποιες «ενεργητικές ώσεις», ότι «οι επιθετικές παρορμήσεις των κοριτσιών δεν υστερούν διόλου σε πλούτο ούτε σε βία», σε σχέση με τις παρορμήσεις των αγοριών, τότε συμφωνούμε. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να επεκταθούν και στους ενηλίκους των δύο φύλων, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής «δραστηριότητας». Δεν είναι μόνο η θηλυκή αράχνη πιο ενεργητική από την αρσενική κατά το ζευγάρωμα – ποια είναι άραγε η συνεισφορά του άγχους ευνουχισμού για τον Φρόυντ όταν επιλέγει αυτό το παράδειγμα, όπου ενώνονται ζωολογία και παραδοσιακός συμβολισμός; Ο Αριστοφάνης είχε γράψει πριν από πολλούς αιώνες ότι «στις γυναίκες αρέσει να καβαλάνε».
   Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, αν το κορίτσι δεν υστερεί σε δραστηριότητα σε σχέση με το αγόρι, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ένας μικρός άνδρας. Αυτό σημαίνει αντίθετα ότι η ταύτιση με τον ενεργητικό πόλο της επιτρέπει, όπως και στο αγόρι, να ελέγχει, να συνδέει αυτό που υπερβαίνει την παθητική στάση, αυτό που κατακλύζει τις δυνατότητες απαρτίωσης του εγώ. Πρόκειται για ένα πλεόνασμα, το οποίο γεννιέται από την συγκυρία της ενορμητικής παθητικότητας και της συνθήκης στην οποία βρίσκεται το κορίτσι ως «αποπλανημένη».
   Πριν προσδιορίσουμε πιο συγκεκριμένα την ενορμητική παθητικότητα, ας πούμε, καταρχάς, τι δεν είναι.
   Όταν η «παθητικότητα» συνδυάζεται με τη «θηλυκότητα», τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται σύμφωνα με τη φαλλοκεντρική αντίληψη του Φρόυντ. «Η ατροφία του πέους [δηλαδή της κλειτορίδας που δεν θέλει να μεγαλώσει] ευνοεί τη μεταλλαγή των άμεσα σεξουαλικών τάσεων σε τάσεις τρυφερές, ανεσταλμένες ως προς τον σκοπό». Η συγκεκριμένη παθητικότητα είναι μια «μετ-ευνουχιστική» κατάθλιψη· ευνουχισμένος και παθητικός είναι συνώνυμα. Η παθητικότητα αυτή περιγράφει τη στάση ενός κοριτσιού (μιας γυναίκας) η οποία δεν μπορεί να συνέλθει, επειδή δεν είναι ο «μικρός άνδρας» που νόμιζε ότι ήταν – έχοντας διαβάσει Φρόυντ… ή, αν μιλήσουμε πιο σοβαρά, επειδή η ιστορία της τής χάραξε αυτή τη μοίρα. Πρόκειται για μια παθητικότητα του τύπου «προς τι;», συνώνυμο της αδράνειας, την οποία δύσκολα διαχωρίζουμε από την ψυχρότητα. Απόδειξη είναι μια παρατήρηση της Χέλεν Ντόυτς: «Η απουσία αυθόρμητης κολπικής δραστηριότητας αποτελεί τη βάση –από την άποψη της φυσιολογίας– της γυναικείας παθητικότητας». Η φεμινιστική ψυχαναλυτική κριτική εναντιώθηκε σε αυτού του είδους την παθητικότητα, που αποτελεί άρνηση της δραστηριότητας και, συγχρόνως, αποσιώπηση του σεξουαλικού· αυτός είναι και ο λόγος που αγνόησε την άλλη διάσταση του θέματος.
   Αυτή την άλλη όψη τη συναντάμε μέσα από τις πρώτες διατυπώσεις του Φρόυντ, το 1896, όταν αυτός προσπαθεί να διευκρινίσει τη διαφορά ανάμεσα στην υστερία και στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Στο βάθος της υστερικής αιτιολογίας, γράφει ο Φρόυντ, βρίσκουμε ένα συμβάν σεξουαλικής παθητικότητας, «μια εμπειρία που έχει βιωθεί με αδιαφορία ή με κάποια οργή ή με τρόμο». Αυτή η έντρομη παθητικότητα απηχεί την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού-θεατή, το οποίο κατακλύζεται από το πλεόνασμα διέγερσης της φαντασίωσης της πρωταρχικής σκηνής· γενικότερα, έχει να κάνει με την πρωτογενή παθητικότητα, την παθητικότητα του «τρυφερού» παιδιού που το «πάθος» του ενήλικου το καθιστά πρόωρα «απολαυστικό» ή «μιαρό».
   «Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης», συνεχίζει ο Φρόυντ, «πρόκειται, αντίθετα, για ένα συμβάν που έχει προκαλέσει ευχαρίστηση, για μια σεξουαλική επίθεση που προέρχεται από την επιθυμία (στην περίπτωση του αγοριού) ή για μια συμμετοχή με οργασμό κατά τη σεξουαλική πράξη (στην περίπτωση του κοριτσιού). Υπάρχουν λοιπόν δύο διαδρομές: η μία οδηγεί από την έντρομη παθητικότητα σε μια έμπρακτη ενεργητικότητα, μεταξύ επιθυμίας και ευχαρίστησης· αυτή τη διαδρομή ο Φρόυντ την αποκαλεί αρσενική. Η άλλη οδηγεί από την ίδια έντρομη παθητικότητα σε μια «συμμετοχή με οργασμό»: δεν ξεφεύγουμε από τη στοιχειώδη παθητικότητα, ωστόσο διολισθαίνουμε από τον τρόμο στη λιποθυμία.
   Η αρσενική οδός χαρακτηρίζεται από μια διπλή μετατροπή: από μια πρωτογενή παθητικότητα σε ενεργητικότητα, από τον τρόμο στην ευχαρίστηση. Η γυναικεία οδός παραμένει στο πεδίο της παθητικότητας, στο πεδίο της σαγηνευτικής εισβολής του σεξουαλικού, ωστόσο περνά από τον τρόμο στον οργασμό – προς την υπερχείλιση της ευχαρίστησης.
   Στην ίδια γραμμή αυτών των διακρίσεων, προτείνουμε, για την ενορμητική παθητικότητα, την εξής διατύπωση: να απολαμβάνετε αυτό που (σας) συμβαίνει, να συμμετέχετε με ηδονή σε αυτό που διεισδύει, εισβάλλει (μέσα σας) – αποδεικνύει τον μύχιο δεσμό ανάμεσα στην παθητικότητα και το μέσα. Αν την εξετάσουμε προσεκτικά, αυτή η διατύπωση (να απολαμβάνετε αυτό που [σας] συμβαίνει) προσεγγίζει την ταυτολογία, ωστόσο μια ταυτολογία που δεν είναι κενή. Πράγματι, όποιες κι αν είναι οι υπερβολές δραστηριότητας που έχουν εκτυλιχθεί προηγουμένως κατά τη σεξουαλική πράξη, ο καθένας μας είναι παθητικός μπροστά στην ηδονή, μπροστά στον οργασμό, παρασυρμένος έστω και μια στιγμή από τον μικρό αυτό θάνατο.
   Οι αναστροφές προς το αντίθετο, κάτι που επιδέχεται η ενόρμηση, από δραστηριότητα σε παθητικότητα και αντιστρόφως, δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας συμμετρίας των δύο αυτών θέσεων. Η κινητικότητα της σεξουαλικής ζωής επικαλύπτει μια παλαιά τάξη, σύμφωνα με την οποία η παθητικότητα αποτελούσε τον πρώτο αρχαϊκό όρο, και η δραστηριότητα μια διεργασία αποστασιοποίησης από αυτή την πυρηνική παθητικότητα. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά μέσα από το παράδειγμα του Φρόυντ για το παιδί που παίζει με την «κουβαρίστρα».
   Η παθητικότητα, ως ενορμητικός σκοπός, «παίρνει τη σκυτάλη» της παθητικότητας του εγώ μπροστά στην ενορμητική επίθεση, η οποία «διαδέχεται» την τραυματική παθητικότητα του νεογέννητου απέναντι στον ενήλικο κόσμο. Αυτή είναι πράγματι η συνιστώσα που δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί κανείς, και η οποία τροφοδοτεί, τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα, την άρνηση της θηλυκότητας. Φόρος τιμής στη διαύγεια των Ρωμαίων, για τους οποίους η παθητικότητα στον έρωτα σήμαινε την απουσία αιδούς.'


Ζακ Αντρέ, Η Θηλυκή Καταγωγή της Σεξουαλικότητας, μτφρ. Σοφία Λεωνίδη, εκδ. Ίκαρος

  'Στη μαρξιστική οπτική, όπως κι αν περιγράφουμε αυτήν την ιστορική στιγμή όπου το «περίβλημα αυτό σπάει», η πολιτική θα είναι ένα συστατικό στοιχείο της. Το Μανιφέστο έχει διαβαστεί, πρωτίστως, ως ένα κείμενο ιστορικού αναπόφευκτου, και, πράγματι, η δύναμή του πηγάζει, σε μεγάλο βαθμό, από την πίστη που προσφέρει στους αναγνώστες του ότι ο καπιταλισμός ήταν αναπόφευκτα προορισμένος να θαφτεί από τους νεκροθάφτες του, και ότι τώρα –και όχι σε κάποια προηγούμενη περίοδο στην ιστορία– οι συνθήκες για χειραφέτηση είχαν δημιουργηθεί. Εντούτοις, σε αντίθεση με διαδεδομένες παραδοχές –καθ’ όσον πιστεύει ότι η ιστορική αλλαγή προχωράει μέσω των ανθρώπων που φτιάχνουν την δική τους ιστορία– δεν είναι ένα ντετερμινιστικό κείμενο. Οι τάφοι πρέπει να σκαφτούν από ή μέσω της ανθρώπινης δράσης.
   Μια ντετερμινιστική ανάγνωση του επιχειρήματος είναι, πράγματι, δυνατή. Έχει προταθεί ότι ο Ένγκελς έτεινε προς αυτό πιο φυσικά απ’ ό,τι ο Μαρξ, με σημαντικές επιπτώσεις για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και του μαρξιστικού εργατικού κινήματος μετά τον θάνατο του Μαρξ. Ωστόσο, παρά το ότι τα πρώιμα σχέδια του Ένγκελς έχουν χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη, δεν μπορεί, στην πραγματικότητα, να διαβαστεί στο ίδιο το Μανιφέστο. Όταν αφήνει το πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και υπεισέρχεται στο παρόν, είναι ένα κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων παρά πιθανοτήτων, πόσο μάλλον βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο «τώρα» και στον απρόβλεπτο χρόνο, όπου, «στην πορεία της ανάπτυξης», θα υπάρχει «μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων», βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης.
   Η ιστορική αλλαγή μέσω της κοινωνικής πράξης, μέσω της συλλογικής δράσης, βρίσκεται στον πυρήνα του. Το Μανιφέστο βλέπει την ανάπτυξη του προλεταριάτου σαν την «οργάνωση των προλετάριων σε μια τάξη, και επομένως σε ένα πολιτικό κόμμα». Η «κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» («η κατάκτηση της δημοκρατίας») είναι «το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση», και το μέλλον της κοινωνίας εξαρτάται από τις επακόλουθες δράσεις του νέου καθεστώτος (πώς «το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία»). Η αφοσίωση στην πολιτική είναι αυτό που, ιστορικά, διέκρινε τον μαρξικό σοσιαλισμό από τους αναρχικούς, και τους διαδόχους αυτών των σοσιαλιστών, των οποίων το Μανιφέστο συγκεκριμένα καταδικάζει την απόρριψη κάθε πολιτικής δράσης. Ακόμη και πριν τον Λένιν η μαρξική θεωρία δεν ήταν απλώς για το «τι η ιστορία μας δείχνει ότι θα συμβεί», αλλά επίσης και για το «τι πρέπει να γίνει». Αναντίρρητα, η σοβιετική εμπειρία του 2ού αιώνα μας έχει διδάξει ότι μπορεί να είναι καλύτερο να μην κάνουμε «αυτό που πρέπει να γίνει» εντός ιστορικών συνθηκών που καθιστούν την επιτυχία, στην κυριολεξία, απρόσιτη. Αλλά αυτό το μάθημα μπορεί, επίσης, να το έχουμε μάθει αναλογιζόμενοι τις συνεπαγωγές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
   Αλλά τότε, το Μανιφέστο –και αυτή δεν είναι η τελευταία από τις αξιοσημείωτες ιδιότητές του– είναι ένα κείμενο που προεικόνισε την αποτυχία. Ήλπισε ότι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας», αλλά «από κοινού καταστροφή». Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας άλλος μαρξιστής το παρέφρασε ως την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την βαρβαρότητα. Ποιο από τα δύο θα επικρατήσει είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αφήσουμε τον 21ο αιώνα να το απαντήσει.'
Eric Hobsbawm
Έρικ Χομπσμπάουμ, Εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. Πλέθρον

* * *

  'Κυρίαρχο γνώρισμα της εποχής της ρήξης, της εποχής που το «περίβλημα σπάει», όπως το θέλει το Μανιφέστο, θα είναι η πολιτική. Γιατί το Μανιφέστο δεν πρέπει να διαβαστεί σαν κείμενο ντετερμινιστικής έμπνευσης, αλλά σαν κείμενο επιλογών, πολιτικών δυνατοτήτων και όχι ιστορικών βεβαιοτήτων. Ανάμεσα στο τώρα και στον απρόβλεπτο χρόνο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων  βρίσκεται το βασίλειο της πολιτικής δράσης. Στο σημείο αυτό μπορεί να εντοπιστεί και ένα είδος κρυφής αρετής του Μανιφέστου, που ανατρέπει τη συνήθως άκρατη αισιοδοξία των μαρξιστών. Η ελπίδα πως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης θα είναι ο επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας συνοδεύεται από την υπαρκτή λύση της καταστροφής των τάξεων που αντιμάχονται η μία την άλλη.'

Γεράσιμος Βώκος, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

  'Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό,τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι το υπέρτατο μυστήριο αυτού εδώ του κόσμου. Είναι μια φεγγοβολή που αποζητάει την προσοχή, αλλά δεν της παρέχει κανένα κίνητρο για να διαρκέσει. Η ομορφιά πάντα υπόσχεται και δεν δίνει ποτέ τίποτε· προκαλεί πείνα, αλλά δεν έχει τροφή για το μέρος της ψυχής που προσπαθεί εδώ κάτω να χορτάσει· έχει τροφή μόνο για το μέρος της ψυχής που ατενίζει. Προκαλεί την επιθυμία, και μας κάνει να νιώθουμε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει στην ομορφιά τίποτε επιθυμητό, διότι αυτό που επιθυμούμε πάνω από όλα είναι να μην αλλάξει τίποτε σε αυτήν. Αν δεν αναζητούμε τεχνάσματα για να βγούμε από τον γλυκό βασανισμό που μας επιβάλλει η ομορφιά, η επιθυμία μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε αγάπη, και αρχίζει να διαμορφώνεται η ικανότητα για ανιδιοτελή και καθαρή προσοχή.
   Όσο αποκρουστική είναι η δυστυχία, τόσο ύψιστα ωραία είναι η αληθινή έκφρασή της. Μπορούμε να φέρουμε ως παραδείγματα, ακόμη και από τους πρόσφατους αιώνες, τη Φαίδρα, το Σχολείο γυναικών, τον Ληρ, τα ποιήματα του Βιγιόν, μα πολύ περισσότερο ακόμη τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή· και πολύ περισσότερο ακόμη και την Ιλιάδα, το Βιβλίο του Ιώβ, ορισμένα δημώδη ποιήματα· και πολύ περισσότερο ακόμη τις αφηγήσεις του Πάθους στα Ευαγγέλια. Η φεγγοβολή της ομορφιάς απλώνεται πάνω στη δυστυχία με το φως του πνεύματος της δικαιοσύνης και της αγάπης, του μόνου πνεύματος που επιτρέπει στην ανθρώπινη σκέψη να κοιτάξει και να αναπαραστήσει τη δυστυχία όπως είναι.
   Κάθε φορά επίσης που ένα θραύσμα άφατης αλήθειας περνάει σε λέξεις οι οποίες, χωρίς να μπορούν να συμπεριλάβουν την αλήθεια που τις ενέπνευσε, συνδέονται μαζί της, μέσω της διάταξής τους, με μια τόσο τέλεια αντιστοιχία, ώστε να στηρίζουν κάθε πνεύμα που επιθυμεί να την ξαναβρεί, κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, ένα φέγγος ομορφιάς εκχύνεται πάνω στις λέξεις.
   Ό,τι προέρχεται από την καθαρή αγάπη φωτίζεται από το  φέγγος της ομορφιάς.
   Η ομορφιά είναι αισθητή, αν και με πολύ συγκεχυμένο τρόπο και ανάμεικτα με πολλές ψεύτικες απομιμήσεις, μέσα στο κελί όπου κάθε ανθρώπινη σκέψη βρίσκεται αρχικά φυλακισμένη. Η μόνη βοήθεια στην οποία μπορούν η αλήθεια και η δικαιοσύνη να ελπίζουν για την κομμένη γλώσσα είναι δική της. Η ομορφιά δεν έχει λόγια· δεν μιλάει· δεν λέει τίποτε. Έχει όμως φωνή να καλέσει. Καλεί και δείχνει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια που είναι χωρίς φωνή. Όπως ένα σκυλί γαβγίζει για να έρθουν οι άνθρωποι στο αφεντικό του, που κείτεται άψυχο στο χιόνι.'
Simone Weil
Σιμόν Βέιλ, Το Πρόσωπο και το Ιερό, μτφρ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Πόλις

* * *

  '[...] η ακραία σκέψη της Βέιλ θέτει υπό δοκιμασία τη δική μας σκέψη, τις βεβαιότητες και τις ασφάλειές μας, αποκαλύπτει τις βολές, τις συμβατικότητες και τα ψέματά μας. Πιο συγκεκριμένα, όταν έχουμε να κάνουμε με τα εκατομμύρια ανθρώπους που δεν είναι κύριοι της ζωής τους και της μοίρας τους, τότε, έχοντας υπόψιν τη Βέιλ, δεν θα μας είναι εύκολο να ρητορεύουμε ανέξοδα περί των απαράγραπτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ίσως –λέω ίσως– προσπαθήσουμε να ακούσουμε τον αλάλητο στεναγμό τους, τη βουβή διαμαρτυρία τους. Διαφορετικά γινόμαστε αναίσθητοι και αναιδείς. Να μιλάς στον άνθρωπο που ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει για το ιερό δικαίωματά του να επιλέγει την εργασία του, σημαίνει ότι σου λείπει η αιδώς. Ποιο είναι το πρόσωπο και τα δικαιώματα των κρατουμένων στο Άουσβιτς ή στο Γκουλάγκ; Τι νόημα έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από αλτσχάιμερ; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε πλήθος άλλες, χρειάζεται εκείνη η προσοχή, για την οποία μιλάει η Βέιλ, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την αγάπη, για να μπορέσεις να ακούσεις ένα μικρό απόηχο από τη βουβή κραυγή τους. Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδύνατου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. Όσα είπαν και έγραψαν δεν τα εφάρμοσε ποτέ κανείς στην ολότητά τους, κανείς δεν τα ακολούθησε μέχρι την άκρα συνέπειά τους. Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνα όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης.'

Σταύρος Ζουμπουλάκης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Βουβή Κραυγή των Σκλάβων και η Μωρία της Αγάπης'

  'Κάθε αίσθημα ντροπής βασίζεται στον αυτο-διαχωρισμό του ατόμου. Παράγεται όταν συμβαίνει μια έμφαση στο εγώ, μια επιταγή της συνείδησης που ασκεί ένας κοινωνικός κύκλος σε ένα πρόσωπο, η οποία παράληλα γίνεται αισθητή σαν να είναι κάπως απρεπής. Γι’ αυτόν τον λόγο, συνεσταλμένες και αδύναμες προσωπικότητες τείνουν να έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην ντροπή. Μόλις γίνουν κάπως το κέντρο της γενικής προσοχής, μόλις υπερτονισθεί ξαφνικά η παρουσία τους, εμφανίζεται σ’ αυτές μια αμήχανη ταλάντωση μεταξύ της έμφασης και της υποχώρησης της αίσθησης του εγώ. (Η εντελώς εσωτερική ντροπή για κάτι που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κοινωνική καταγραφή του, ή η ντροπή που βρίσκεται σαφώς ετκός της κυρίως κοινωνικής ντροπής, φανερώνει μέσω σχετικά εύκολα αναγνωρίσιμων συναισθηματικών κινήτρων και συμβολισμών την ίδια τυπικά βασική δομή). Επειδή αυτή η αυτο-ανύψωση από μια συλλογικότητα, ως πηγή του αισθήματος της ντροπής, είναι τελικά ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο πράγμα από το οποίο αφορμάται, σε πολλές περιπτώσεις κάποιος ντρέπεται ακόμη και για κάτι καλό και ευγενές. Όταν στην «κοινωνία», υπό τη στενότερη έννοια της λέξης, η κοινοτοπία ταυτίζεται με τους καλούς τρόπους, τότε αυτό δεν θα ήταν απλώς συνέπεια αμοιβαίου σεβασμού, βάσει του οποίου θα θεωρείτο έλλειψη τακτ να ξεχωρίσει κανείς μέσα από μια ατομική και ιδιότυπη έκφραση, την οποία δεν μπορεί ο καθένας να μιμηθεί, αλλά οφείλεται και σε έναν φόβο για εκείνο το αίσθημα ντροπής με το οποίο το άτομο επιβάλλει στον εαυτό του μια τιμωρία για την αυτοεξύψωσή του πάνω από τρόπους και πρακτικές που είναι ομοιόμορφα και εξίσου προσβάσιμα σε όλους. Όμως η μόδα προσφέρει, εξαιτίας της ιδιαίτερης εσωτερικής δομής της, έναν αυτο-διαχωρισμό, η οποίος γίνεται ταυτόχρονα αισθητός ως κάτι το πρέπον. Ακόμη και ένας ακραίος τρόπος εμφάνισης ή έκφρασης, στον βαθμό που παραμένει στη μόδα, προστατεύεται από εκείνα τα ενοχλητικά αντανακλαστικά, τα οποία ενεργοποιούνται στο άτομο, όταν γίνεται το αντικείμενο της προσοχής των άλλων.
   Όλες οι δράσεις της μάζας χαρακτηρίζονται από την απώλεια του αισθήματος της ντροπής. Ως μέλος της μάζας, το άτομο μπορεί να συμμετάσχει σε αναρίθμητα πράγματα, για τα οποία όμως θα του εγείρονταν ανυπέρβλητες αντιστάσεις, αν αυτά του ζητούνταν, όταν θα ήταν μοναχό του. Αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα κοινωνικοψυχολογικά φαινόμενα, στο οποίο αναφέρεται αυτός ο χαρακτήρας των δράσεων της μάζας, πως ορισμένες μόδες οδηγούν σε απρέπειες τις οποίες ένα άτομο, αν του τις επέβαλλαν, θα τις απέρριπτε με αγανάκτηση. Ωστόσο, ως επιταγή της μόδας θα τις υπάκουε χωρις αντιρρήσεις. Αφού λοιπόν η μόδα ανήκει στη δράση της μάζας, το αίσθημα ντροπής διαλύεται σ’ αυτήν όπως ακριβώς το αίσθυμα ευθύνης στους συμμέτοχους σε μαζικά εγκλήματα, τα οποία συχνά ένα μόνο άτομο, αν βρισκόταν μόνο του ενώπιον της τέλεσής τους, θα δείλιαζε να διαπράξει. Μόλις σε μια κατάσταση το στοιχείο της προσωπικότητας καταστεί επικρατέστερο απ’ ό,τι η κοινωνική διάσταση που σχετίζεται με τη μόδα, τότε αρχίζει να επιδρά και το αίσθημα της ντροπής: πολλές γυναίκες θα ένιωθαν αμηχανία να εμφανιστούν στο σαλόνι τους μπροστά σε έναν μόνο ξένο άντρα με ντεκολτέ που φορούν μπροστά σε τριάντα ή εκατό άνδρες σε έναν κοινωνικό κύκλο όπου αυτό είναι της μόδας.'
George Simmel
Τζορτζ Σίμελ, Η Μόδα, μτφρ. Κωσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον

  'Κι αυτό το δωμάτιο ήταν κι αυτό χωρίς διέξοδο, ήταν το αιώνιο όπου έμενε αυτός που από χρόνια δεν είχε μόνιμη κατοικία κι είχε το μέρος του σ’ αυτή την ιδανική φυλακή που τον περιέθαλπε κάθε βράδυ. Το υπογάστριό του ήταν εκεί, βαθουλωμένο σαν ένα μικρότερο κουτί σ’ ένα μεγαλύτερο. Ένα ποτήρι, ένα παράθυρι, μια πόρτα. Η πόρτα και το παράθυρο δεν ανοίγουν πουθενά. Το τζάμι δεν άνοιγε παρά στον εαυτό του.
   Κυκλωμένος, απομονωμένος, στο τελευταίο στάδιο της αποχώρησής του ήταν ακόμα δεμένος με μερικά αντικείμενα. Έλειπαν όλα εκείνα που εξαφανίζονταν μόλις τα άφηνε, και ποτέ βεβαίως νωρίτερα, αυτά τα αντικείμενα του έδιναν την ψευδαίσθηση πως ακόμα αγγίζει κάτι έξω από τον ευατό του. Έτσι ο Αλέν ξέπεσε σε μια φτηνή ειδωλολατρία· όλο και περισσότερο βρισκόταν κάτω από την εξάρτηση παράξενων αντικειμένων που επέλεγε η μικρή σαρδόνια φαντασία του. Για τον πρωτόγονο (και για το παιδί) τα αντικείμενα παιχνιδίζουν· ένα δένδρο, μία πέτρα είναι πιο απτά από το κορμί μιας ερωμένης και τα ονομάζουν θεούς γιατί κάνουν το αίμα τους να σφυροκοπάει. Αλλά για τη φαντασία του Αλέν τα αντικείμενα δεν ήταν σημεία εκκίνησης, ήταν εκεί όπου επέστρεφε εξαντλημένη μετά από ένα σύντομο ταξίδι μέσα απ’ τον κόσμο. Φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική ή ήθος, κάθε σύστημα του φαινόταν μια αδύνατη μπλόφα. Επίσης, μη θέλοντας να κρατηθεί από καμιά ιδέα ο κόσμος, καταντούσε τόσο ασταθής, δεν του πρόσφερε κανένα στήριγμα. Μόνο τα στερεά κρατούσαν γι’ αυτόν κάποιο σχήμα.
   Κι εκεί βρισκόταν η αυταπάτη του. Δεν έβλεπε πως αυτά που έδιναν ακόμα στα μάτια του μια παρωδία σχήματος ήταν τα απομεινάρια ιδεών που είχε δεχθεί παρά τη θέλησή του και την παιδεία του και από τα οποία ανάπλαθε ασυνείδητα αυτά τα υλικά κομμάτια. Θα γελούσε κατάμουτρα σε όποιον τον διαβεβαίωνε πως υπήρχε μία μυστική σχέση που την αγνοούσε ή που είχε γεννηθεί κατά λάθος απ’ αυτόν ανάμεσα στην ιδέα της δικαιοσύνης και στην αγάπη για τη συμμετρία που διατηρούσε το δωμάτιό του τόσο καλά τακτοποιημένο. Προσποιόταν ότι αγνοεί την ιδέα της αλήθειας, αλλά εκστασιαζόταν μπροστά σ’ ένα σωρό από σπιρτόκουτα. Για τον πρωτόγονο, ένα αντικείμενο είναι η τροφή που θα φάει, αυτό που τον κάνει να τρέχουν τα σάλια του· για τον παρακμιακό είναι ένα περίττωμα στο οποίο θα αφιερώσει μια λατρία κοπροφαγική.'

Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, μτφρ. Χριστιάνα Καραμανίδου, εκδ. Εξάντας

  'Μερικές φορές φαίνεται ότι αυτό που μας συμβαίνει είναι γραμμένο σε εφημερίδα που κυκλοφόρησε εδώ και καιρό· ότι είναι ένα κακό όνειρο που έχουμε δει. Έτσι, μόλις έξι μήνες αργότερα, έξι μήνες μετά το Άνσλους, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, βρισκόμαστε στο Μόναχο για την περίφημη Συμφωνία. Και σαν να μπορούσαν έτσι να σταματήσουν οι ορέξεις του Χίτλερ, ξεπουλάνε την Τσεχοσλοβακία. Οι γαλλικές και αγγλικές αντιπροσωπείες πηγαίνουν στη Γερμανία. Τυγχάνουν καλής υποδοχής. Στο μεγάλο χωλ, ο πολυέλαιος κουδουνίζει, τα κρεμαστά κρύσταλλα, σαν καμπανάκια που τα πηγαινοφέρνει ο αέρας, παίζουν την αιθέρια παρτιτούρα τους πάνω από τους μπαμπούλες. Οι ομάδες του Νταλαντιέ και του Τσάμπερλεν προσπαθούν, μέσω μιας γκροτέσκας αναμέτρησης, να αποσπάσουν από τον Χίτλερ γελοίες υποχωρήσεις.
   Συχνά ψέγουμε την Ιστορία, ισχυριζόμαστε ότι βάζει τους υπαίτιους των δοκιμασιών μας να παίρνουν πόζα. Δεν θα μας έδειχνε ποτέ το λιγδιάρικο στρίφωμα, το κιτρινισμένο τραπεζομάντιλο, το απόκομμα του μπλοκ επιταγών, τον λεκέ από τον καφέ. Θα μας έδειχνε την καλή πλευρά των γεγονότων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε καλά τη φωτογραφία στην οποία βλέπουμε τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ, στο Μόναχο, ακριβώς πριν υπογράψουν, δίπλα στον Χίτλερ και στον Μουσολίνι, οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας και της Γαλλίας φαίνεται να έχουν χάσει την υπερβολική σιγουριά τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπογράφουν. Αφου πρώτα έχουν διασχίσει τους δρόμους του Μονάχου υπό τις ζητωκραυγές ενός τεράστιου πλήθους, που τους υποδεχόταν με ναζιστικούς χαιρετισμούς, υπογράφουν. Και τους βλέπουμε, τον έναν, τον Νταλαντιέ, με το καπέλο στο κεφάλι, κάπως αμήχανο, να κουνάει χαζοχαρούμενα το χέρι, τον άλλο, τον Τσάμπερλεν, με το hat στο χέρι, να χαμογελάει πλατιά. Αυτός ο ακαταπόνητος ειρηνοποιός, όπως το αποκαλούν στον Τύπο της εποχής, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του μεγάρου, απαθανατισμένος μια για πάντα ασπρόμαυρα, ανάμεσα σε δύο σειρές στρατιώτες ναζί.
   Τη στιγμή εκείνη ο σχολιαστής, έμπλεος έμπνευσης, λέει με έρρινη φωνή ότι οι τέσσερις ηγέτες, ο Νταλαντιέ, ο Τσάμπερλεν, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, παρακινούμενοι από την κοινή βούληση για ειρήνη, ποζάρουν για τις επόμενες γενιές. Η Ιστοτία επιστρέφει αυτά τα σχόλια μαζί με όλη τους την αξιοθρήνητη ασημαντότητα και καθιστά εκ προοιμίου θλιβερά αναξιόπιστες όλες τις μελλοντικές ειδήσεις. Είπαν πως στο Μόναχο γεννήθηκαν τεράστιες ελπίδες. Όσοι τα λένε αυτά αγνοούν το νόημα των λέξεων. Μιλούν τη γλώσσα του παραδείσου, όπου, όπως λένε, όλες οι λέξεις είναι ισάξιες. Λίγο αργότερα, ο Εντουάρ Νταλαντιέ, έπειτα από μερικές νότες μουσικής, μιλάει στο Radio Paris, σε μήκος κύματος δεκαέξι χιλιάδων εκατό σαράντα οκτώ μετρών στα μακρά. Είναι πεπεισμένος ότι έσωσε την ειρήνη στην Ευρώπη, αυτός τουλάχιστον μας λέει. Δεν το πιστεύει καθόλου. «Αχ! Και να ήξεραν οι βλαμμένοι!» λένε ότι ψυθυρίζει κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, μπροστά στο πλήθος που τον ζητωκραυγάζει. Σε αυτόν τον αχταρμά της αθλιότητας, όπου προετοιμάζεται ήδη το έδαφος για τα χειρότερα δεινά, επικρατεί ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα. Τα τεχνάσματα ισοπεδώνουν την πραγματικότητα· και οι δηλώσεις των αρχηγών των κρατών μας θα παρασυρθούν σε λίγο σαν τσίγκινη στέγη σε ανοιξιάτικη θύελλα.'
Éric Vuillard
Έρικ Βιιγιάρ, Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις

  'Στον κοινωνικό έλεγχο της σεξουαλικότητας, υπάρχει μια λογική εντελώς ρασιοναλιστική: αρχικά, επειδή η σεξουαλικότητα είναι βασικός δίαυλος της επικοινωνίας, και ως εκ τούτου, πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο ακριβώς όπως και οι υπόλοιποι· κατόπιν, επειδή η καταστολή της σεξουαλικότητας, και η έλλειψη ικανοποίησης που επιφέρει, είναι μια εξαιρετική μηχανή παραγωγής και κατανάλωσης.
   Η αγορά της έλλειψης ικανοποίησης εν γένει, αντιπροσωπεύει, από μόνη της, ένα πολύ σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Ο αμερικάνος οικονομολόγος Paul Zane Pilzer υπολογίζει ότι η βιομηχανία που ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη ζήτηση είναι επί του παρόντος η τρίτη κατά σειρά, έπειτα από αυτή της αυτοκινητοβιομηχανίας και εκείνη της πληροφορικής τεχνολογίας: μόνο στις Η.Π.Α. ο τομέας αυτός προσκομίζει χιλιάδες δισεκατομύρια ετησίως. Η πορνογραφία, άλλοτε απαγορευμένη, τώρα πια δεν είναι. Γιατί; Διότι, για την σύχγρονη ηθική, ανήθικος είναι μόνον αυτός που δεν παράγει κέρδος, για παράδειγμα μια σεξουαλικότητα ελεύθερη και ανυπόκριτη.
   Αυτή δεν είναι η περίπτωση της πορνογραφικής βιομηχανίας, που ανανεώνει τη ζήτηση της αγοράς ανανεώνοντας τις ίδιες τις αιτίες της έλλειψης ικανοποίησης; Επομένως η καταστολή της σεξουαλικότητας είναι αναγκαία, επειδή αυτή η ίδια είναι που παράγει την έλλειψη ικανοποίησης, στην οποία η αγορά ανταποκρίνεται προσφέροντας φτηνιάρικα εμπορεύματα – εικόνες, με ένα διόλου ευκαταφρόνητο κέρδος. Η φαντασία των σύγχρονών μας, που εξαντλείται επειδή δεν εξασκείται πια στο πεδίο ενός ερωτισμού που βιωνόταν πραγματικά σε πρώτο πρόσωπο, απαιτεί από την πορνογραφία να γίνεται ολοένα και πιο αποκρουστική προκειμένου να ξυπνήσουν και να διεγερθούν οι αποκοιμισμένες αισθήσεις τους. Ακόμα και η πιο ελεύθερη και ανέξοδη απ’ όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, η μαλακία, δεν ξεφεύγει πια από τους νόμους της αγοράς. Αντιλαμβάνεστε; Σήμερα κάποιος πληρώνει ακόμα και για να μαλακιστεί! Και ακόμα και σ’ ένα τέτοιο τομέα, αυτόν της απόλαυσης, η παθητικότητα του καταναλωτή ανέλαβε τη δραστηριότητα του παραγωγού. Μέσα στις συνθήκες που ο άνθρωπος έχει διαμορφώσει, η υποβάθμιση του ερωτισμού, είναι απολύτως απαραίτητη ώστε να προωθηθεί ένα υποκατάστατο βιομηχανικά παραγόμενο και εμπορικά ελκυστικό.'

  'Αποκαλούμε «προλετάριους» τους φτωχούς, εφόσον κανείς δεν έχει ακόμα τολμήσει να τους απομακρύνει από τους απογόνους τους, καθοριστικό και μοναδικό αγαθό στην κατοχή τους. Σήμερα που η οικονομία της καταναγκαστικής εργασίας τους αφαίρεσε τις ίδιες τις συνθήκες της βιολογικής αναπαραγωγής τους (το να κάνεις παιδιά κοστίζει ακριβά), δεν είναι τίποτα παραπάνω από «φτωχοί». Στις λεγόμενες «αναπτυγμένες χώρες», χειραφετούμαστε από το φύλο, στην πραγματικότητα, για να αντιμετωπίσουμε, επίσης, τη σημαντική υπερπαραγωγή από φτωχούς, όρος αναγκαίος για την διατήρηση της κυριαρχίας πάνω στην κοινωνία, καθώς, όπως και όλα τα υπόλοιπα, αυτή η υπερπαραγωγή είναι τεχνητά εξασφαλισμένη. Εισάγουμε τέτοιους σε εκατομμύρια. Διαφορετικά θα τους αναζητήσουμε αλλού, με την «αποκέντρωση» των εταιριών. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να παράγουμε, δια της σεξουαλικής οδού, τόσα πολλά χέρια όσα προηγουμένως στις αγροτικές κοινωνίες ή στις απαρχές της εκβιομηχάνισης. Μάλλον το αντίθετο: αυτοί οι φτωχοί είναι τόσο πολυάριθμοι που το κύριο πρόβλημα εφεξής είναι να τους εξαφανίσουν από το οπτικό πεδίο. Είναι το επαίσχυντο μέρος του κοινωνικού σώματος, που γεννά μέσ’ τον πόνο τον κόσμο μας, και τον καθιστά λειτουργικό. Αυτός ο κόσμος που ντρέπεται να είναι ο αιμομικτικός γιος της φτώχιας, και κατηγορεί τη μητέρα του ότι είναι το απόβλητό της.'

  'Είναι η ίδια κτηνώδης άγνοια που έκανε τις φεμινίστριες να γράφουν στους τοίχους του Μιλάνου: «Η μήτρα είναι δίκή μου και είμαι εγώ που τη διαχειρίζομαι». Cazo! Σα να επρόκειτο για τη διαχείριση μιας μπουτίκ. Ένας πλακατζής έγραψε από κάτω: «Το καυλί μου είναι δικό μου και το διαχειρίζεται όποιος θέλει». Η φυσική κατοχή του ίδιου του σώματος εκπίπτει σε ιδιοκτησία, και ως εκ τούτου ιδιωτικοποιήθηκε, έγινε χυδαίο αντικείμενο του ιδιωτικού δικαίου.
   Οι φεμινίστριες είναι μια ενοχλητική παρωδία των γυναικών, ενόσω οι άνδρες του σήμερα είναι μια καρικατούρα του ανθρώπου, και ο πόλεμός τους είναι ένα γελοίο ψυχόδραμα μεταξύ σκλάβων: διότι δεν μπορούν παρά να αποκαλεστούν καρικατούρες και παρωδίες των όντων που διατηρούν μονάχα την όψη αυτού που υποτίθεται ότι είναι, έχοντας απολέσει όλα τα υπόλοιπα γνωρίσματά τους. Αναπόφευκτα συμπεραίνουμε ότι η κοινωνία της εμφάνισης έχει κάνει και τους άνδρες και τις γυναίκες εμφανίσεις ανρδών και γυναικών. «Ο άνθρωπος είναι αυτό που τρώει» όπως μας λέει ο Δημόκριτος, και συνεπώς οι σύγχρονοί μας, που διατρέφονται με εικόνες, έχουν καταστεί εικόνες ανδρών και γυναικών.'

   'Σε ένα ιταλικό λύκειο, στη Ρώμη, πραγματοποιήθηκε, μεταξύ των μαθητών, έρευνα, ανόητη όπως και οι υπόλοιπες, ρωτώντας τους, αν έπρεπε να επιλέξουν, αν θα προτιμούσαν να είναι πλούσιοι και ανάπηροι ή υγιείς αλλά φτωχοί. Η πλειονότητα προτιμούσε να είναι πλούσια και ανάπηρη, και μια τέτοια αισχρή απάντηση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη φτωχοί και ανάπηροι. Είναι άχρηστο να διαμαρτύρονται για το εκπαιδευτικό σύστημα όταν παράγει τέτοια τερατουργήματα. Τα λυκειόπαιδα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ό,τι τους ζητάνε και τους προετοιμάζουν να είναι: δουλοπάροικοι. Η κατάργηση της δουλείας, έλεγε ο Leopardi, προήλθε από την κατάργηση της ελευθερίας.'


Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Μουνάκι: Χθες και Σήμερα, μτφρ. Τηλέμαχος Δουφεξής-Αντωνόπουλος, εκδ. Bibliothèque du temps perdu