'Ἤμουνα, ὄντως, ἐρωτευμένος μέ τήν μητέρα μου; Λάτρεψα τήν μητέρα μου, δέν τήν ἀγάπησα. Ἀπό τήν μεριά της ἐκείνη μ’ ἔβλεπε σάν τό παιδί τῶν δασῶν, σάν τόν καρπό μιᾶς ἀνήκουστης ἡδυπάθειας: αὐτό τόν καρπό, τόν εἶχε θρέψει μέσα στήν παιδική της ἀφοσίωση, σάν τήν ἐπιστροφή τῆς τρελῆς τρυφερότητας, ἀγχώδους καί χαρούμενης, πού μοῦ ἔδινε, σπάνια, ἀλλά ἡ ὁποία μέ θάμπωνε. Γεννήθηκα ἀπό τό θάμπωμα τῶν παιδικῶν της ματιῶν καί πιστεύω ὅτι δέν ἀγάπησε ποτέ ἕναν ἄντρα. Καί μένα ποτέ δέν μ’ ἀγάπησε, μέ τήν ἔννοια πού ἡ Ἀνσί μ’ ἀγάπησε, ἀλλά στή ζωή της εἴχε μόνο μιά βίαια ἐπιθυμία, ἐκείνη νά μέ θαμπώσει καί νά μέ κάνει νά χαθῶ μέσα στό σκάνδαλο, ὅπου θεωροῦσε τόν ἑαυτό της χαμένο: μόλις μοῦ ἄνοιγε τά μάτια γινόταν εἰρωνική, λυσσασμένη, ἡ τρυφερότητά της μεταποιεῖτο σέ ἄπληστη θέληση νά μέ διαφθεῖρει, νά μήν ἀγαπάει πιά σέ μένα παρά τήν διαφθορά στήν ὁποία βυθιζόμουνα. Ἀλλά, χωρίς ἀμφιβολία, σκεφτόταν ὅτι ἡ διαφθορά, ὄντας ὁ καλύτερος ἑαυτός της, καί συγχρόνως δρόμος προς τό θάμπωμα, στό ὁποῖο μ’ ὁδηγοῦσε, ἦταν ἡ ὁλοκλήρωση πού προκαλοῦσε αύτή ἡ γέννηση, τήν ὁποία εἶχε θελήσει. Ἐκεῖνο πού ἀγαποῦσε ἦταν πάντα ὁ καρπός τῆς κοιλίας της. Τίποτε δέν ὑπῆρξε γι’ αὐτήν πιό ξένο ἀπό τό νά βλέπει σέ μένα ἕναν ἄντρα πού θ’ ἀγαποῦσε. Ποτέ δέν ἀπασχόλησε τήν σκέψη της ἕνας ἄντρας, ποτέ δέν μπῆκε κανείς μέσα της, παρά μόνο γιά νά τήν χορτᾶσει, μέσα στήν ἔρημο πού ἔκαιγε, ὅπου θά ἤθελε ἡ σιωπηλή ὀμορφιά τῶν ὄντων, ἀνώνυμη κι ἀδιάφορη, νά καταστραφεῖ βρώμικα μαζί της. Ὑπῆρχε μέσα σ’ αὐτό τό βασίλειο τῆς λίμπιντο θέση γιά τήν τρυφερότητα; Οἱ τρυφεροί εἶναι ἐξόριστοι ἀπ’ αὐτό τό βασίλειο, στό ὁποῖο ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου καλοῦσε: violenti rapiunt illud. Ἡ μητέρα μου μέ προόριζε γι’ αύτή τή βία, στην ὁποία βασίλευε. Ὑπῆρχε σ’ ἐκείνη καί γιά μένα μιά ἀγάπη παρόμοια μ’ αὐτή, πού ὅπως λένε οἱ μυστικοί, ὁ Θεός δίνει στά πλάσματα, μιά ἀγάπη πού διαλέγει τή βία, μην ἀφήνοντας ποτέ θέση στήν ἀνάπαυση.'
Georges Bataille  Ζωρζ Μπατάιγ
Ζορζ Μπατάιγ, Η Μητέρα Μου, μτφρ. Μάγδα Οιχαλιώτου, εκδ. Σπηλιώτη

* * *

  'Ὁ ἐρωτισμός, τό γέλιο (καί τό χάχανο), ἡ τύχη, ἡ ἐξάρτηση, ἠ χαρά μπροστά στόν θάνατο, ἡ ἐλευθερία — μαζί μέ κάποιους ἄλλους μυστικούς τοῦ καιροῦ του εἴχε δώσει στήν ἐλευθερία τήν πιο πλατειά (καί βαθειά) ἔννοια. Γιά τόν Μπατάιγ ἡ ἐλευθερία εἶναι τό νά ἔχεις ἤ τό νά πάρεις τό δικαίωμα νά φτάσεις ἕως τήν ἄκρη τῶν δυνατοτήτων σου; «Νά μπορεῖς νά πεῖς στόν ἑαυτό σου σέ μιά δεδομένη στιγμή... δέν μπόρεσα νά πάω πιό μακριά». Ὁ Μπατάιγ πιστεύει ὅτι ἡ ἐλευθερία χρειάζεται ὅχι μόνο γιά νά ζεῖ κανείς κατά τό κέφι του, ἀλλὰ καί νά καταστρέφεται κατά τό κέφι του, δηλαδή νά παραβαίνει τά ἀπαγορευμένα.
   Ὁ Μπατάιγ πιστεύει ὅπως κι ὁ Μάρξ ὅτι ἡ ἐπανάσταση «προχωράει μέσα στα σπλάχνα τῆς κοινωνίας σάν ἕνας γεροντοτυφλοπόντικας...». Καί ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πραγματική ἐπαναστατική πράξη χωρίς ἄρνηση καί καταστροφή τῆς ἀστικῆς κουλτούρας: «Κάτω ὅλοι οἱ λογάδες μέ τά πετάγματά τους τοῦ πνεύματος καί τήν ἱερή τους ἀηδία γιά τίς ὑλικές ἀνάγκες! Αὐτό πού δέν εἶναι ἱκανό νά ταιριάξει μιά καρδιά ἐργάτη γῆς εἶναι μιά σκιά».
   Ὁ Μπατάιγ ἔχει τήν τάση νά εἶναι ἐπαναστατικός πηγαίνοντας πρός αὐτό πού ὁ Γκόμπροβιτς, πολύ ἀργότερα, θά ὀνομάσει «τό κάτω» άλλά συγχρόνως ἕχει καί τήν αἴσθηση τοῦ ἱεροῦ.
   Ὁ Σάρτρ τόν χαρακτήρισε «νέο μυστικό»: ὁ Μπατάιγ μιλοῦσε μᾶλλον γιά θρησκευτικό πνεῦμα: «Αὐτό γιά τό ὁποῖο εἶμαι περήφανος εἶναι νά ἔχω μπερδέχει τά χαρτιά: δηλαδή νά ἔχω συνδέσει τόν τρόπο τοῦ γέλιου τόν πιό ταραχώδη καί τόν πιό σοκαριστικό καί τόν πιό σκανδαλώδη μέ τό θρησκευτικό πνεῦμα τό πιό βαθύ... Νά εἶναι κανείς ὅσο πιό λυσσασμένος γίνεται ἔχοντας τήν πιό μεγάλη διάυγεια πού γίνεται. Τό θεμελιῶδες ἀνθρώπινο πρόβλημα ἔγκειται σ’ αὐτήν τήν ἀναγκαιότητα καί σ’ αὐτήν τήν ἀδυναμία».
   Ὀ Μισέλ Φουκώ, παρουσιάζοντας τά ἄπαντά του γράφει: «Ὀφείλουμε στόν Μπατάιγ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς στιγμῆς στήν ὁποία βρισκόμαστε. Ἀλλά αὐτό πού μένει νά κάνουμε, νά σκεφτοῦμε καί νά ποῦμε, αὐτό, χωρίς ἀμφιβολία, τοῦ τό ὀφείλουμε ἀκόμα καί θά εἶναι γιά πολύ».'

Θωμάς Γκόρπας, από τον 'Πρόλογο' της έκδοσης

  'Τὸ γέλιο ψυχανεμίζεται τὴν ἀλήθεια ποὺ ξεγυμνώνει ὁ σπαραγμὸς τῆς κορυφῆς: ὅτι ἡ θέλησή μας νὰ καθηλώσουμε τὸεἶναι εἶναι καταραμένη. Τὸ γέλιο γλιστρᾶ ἐπιφανειακὰ κατὰ μῆλκος ἐλαφρῶν χαμηλώσεων: ὁ σπαραγμὸς ἀνοίγει τὴνἄβυσσο. Ἄβυσσος καὶ χαμηλώσεις εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ κενό: ἡ μηδαμινότητα τοῦ εἶναι ποὺ εἴμαστε. Τὸ εἶναι μέσα μαςκρύβεται, μᾶς λείπει, ἀφοῦ τὸ περικλείουμε στὸν ipse καὶ εἶναι ἐπιθυμία –ἀναγκαιότητα– νὰ ἀγκαλιάσει τὸ πᾶν. Καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι συλλαμβάνουμε καθαρὰ τὴν κωμωδία δὲν ἄλλάζει τίποτα. Οἱ ὑπεκφυγές (ἡ ταπεινοφροσύνη, ὁ θάνατος στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό, ἡ πίστη στὴν ἐξουσία τοῦ λογικοῦ) δὲν εἶναι παρὰ ἰσάριθμοι δρόμοι ἀπ’ ὅπου βαλτώνουμε περισσότερο.
   Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ, ἀπὸ καμμιὰ καταφυγή, νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκεια, οὔτε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν φιλοδοξία. Ἡ θέλησή του γιὰ φυγὴ εἶναι ὁ φόβος ποὺ ἔχει νὰ εἶναι ἄνθρωπος: δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα παρὰ τὴν ὑποκρισία – τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τολμᾶ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι [ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι σὲ μᾶς σὲ ἐμβρυώδη μόνο κατάσταση, δὲν εἶμαστε ἄνθρωποι σωστοί]. Δὲν εἶναι διανοητὴ καμμιὰ συμφωνία καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀναπόφευκτα πρέπει νὰ θέλει νὰ εἶναι τὸ πᾶν, νὰ παραμένει ipse. Εἶναι κωμικὸς στὰ ἴδια του τὰ μάτια, ἄν ἔχει συνείδηση τοῦ γεγονότος: χρειάζεται λοιπὸν νά θέλει νὰ εἶναι κωμικός, γιατὶ τέτοιος εἶναι καθόσον εἶναι ὁ ἄνθρωπος (δὲν πρόκειται πιὰ γιὰ πρόσωπα τῆς κωμωδίας ποὺ κρύβουν τὸ ἀληθινό τους πρόσωπο) – δίχως διαφυγή. [Αὐτὸ προϋποθέτει ἕναν ἀγωνιώδη χωρισμὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό, μιὰν ὁριστικὴ δυσαρμονία καὶ ἀσυμφωνία –ποὺ ὑπομένονται μὲ σθένος– δίχως μάταιες προσπάθειες νὰ συγκαλυφθοῦν.]
   Ἑν πρώτοις –δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποφύγει– ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δώσει μάχη, ὀφείλοντας νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν θέληση ποὺ ἔχει νὰ εἶναι μόνος αὐτὸς τὸ πᾶν. Καθόσον δίνει μάχη, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι οὔτε κωμικὸς οὔτε τραγικός, καὶ ὅλα σὲ αὐτὸν παραμένουν ἐκκρεμῆ: πρέπει νὰ ὑποτάσσει τὰ πάντα στὴν δράση μέσῳ τῆς ὁποίας χρειάζεται νὰ μεταφράσει τὴν θέλησή του (χρειάζεται λοιπὸν νὰ εἶναι ἠθικός, προστακτικός). Μιὰ φυγὴ ὅμως μπορεῖ νὰ διανοίγεται.
   Τὰ ἀντικείμενο τῆς μάχης εἶναι μία σύνθεση ὁλοένα καὶ πιὸ πλατειὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ εἶναι δύσκολο νὰ φθάσεις καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ καθολικό. Μὲ τὴν ἐπιτυχία ὅμως ἡ μάχη φέρνει πιὸ κοντά σ’ αὐτό (σέ ἐξέχοντα σύνολα ἡ ἀνθρώπινη ζωή τείνει νά λάβει ἀξία καθολική). Ἀρκεῖ νὰ χαλαρώσει ἡ μάχη –ἤ νὰ τῆς διαφύγει, κατὰ κάποιον τρόπο, μιὰ ζωή– κι ὁ ἄνθρωπος φθάνει στὴν ὕστατη μοναξιά του: τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἡ θέληση νὰ εἶναι τὸ πᾶν τὸν κάνει κομμάτια.
   Βρίσκεται τότε σὲ μάχη ὄχι πλέον μὲ ἕνα σύνολο ἰσότιμο ἐκείνου ποὺ ἀντιπροσωπεύει, ἀλλὰ μὲ τὸ μὴ-εἶναι. Σὲ τούτη τὴν ἀκραία διένεξη, μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν ταῦρο σὲ μιὰ ταυρομαχία. Ὁ ταῦρος, στὴν ταυρομαχία, τὴν μιὰ βυθίζεται βαριὰ στὴν ζωώδη χαύνωση – τὴν ἄλλη, κυριευμένος ἀπὸ λύσσα, χυμάει μέσα στὸ κενὸ ποὺ ἕνας μαντατὸρ-φάντασμα ἀνοίγει ἀκατάπαυστα μπροστά του. Ὅμως τὸ ἀντιμέτωπο αὐτὸ κενό, εἶναι ἡ γύμνια τὴν ὁποία διαλέγει νὰ ἐγκολπωθεῖ –ΚΑΘΟΣΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣ– ἀναλαμβάνοντας ἐλαφρᾷ τ καρδίᾳ τὸ ἁμάρτημα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι πιὰ ὅπως τὸ ζῶο τὸ ἄθυρμα τοῦ μὴ-εἶναι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ μὴ-εἶναι εἶναι τὸ ἄθυρμά του – ἀβυσσώνεται ἐκεῖ, ἀλλὰ φωτίζει τὸ σκοτάδι του μὲ τὸ γέλιο του, στὸ ὁποῖο δὲν φθάνει παρὰ μόνο μεθυσμένος ἀπὸ τὸ ἴδιο κενὸ ποὺ τὸν σκοτώνει.'

Ζορζ Μπατάιγ, Η Εσωτερική Εμπειρία, μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος
Georges Bataille
* * *
Ζωρζ Μπατάιγ

  'Ο θάνατος είναι κατά μία αγοραία έννοια αναπόφευκτος, αλλά κατά μία βαθιά έννοια απρόσιτος. Το ζώο τον αγνοεί, μολονότι ο θάνατος ρίχνει τον άνθρωπο στη ζωότητα. Ο ιδεώδης άνθρωπος που ενσαρκώνει τη λογική παραμένει ξένος στον θάνατο: η ζωότητα ενός θεού είναι ουσιώδης στη φύση του· βρώμικη (δύσοσμη) και συγχρόνως ιερή.

   Η αηδία, η πυρετώδης γοήτευση συνενώνονται, εκτραχύνονται στον θάνατο: δεν πρόκειται πλέον για την κοινότοπη εκμηδένιση, αλλά για το σημείο καθαυτό όπου συγκρούονται η έσχατη απληστία και η ακραία φρίκη. Το πάθος που κατευθύνει τόσα παιχνίδια ή φρικτά όνειρα δεν είναι λιγότερο ο παράφορος πόθος να είμαι εγώ απ’ όσο ο πόθος να μην είμαι πια τίποτα.
   Μέσα στην άλω του θανάτου, και μόνον εκεί, το εγώ θεμελιώνει την αυτοκρατορία του· εκεί ανατέλλει η καθαρότητα μιας απέλπιδης απαίτησης· εκεί πραγματοποιείται η ελπίδα του εγώ=που=πεθαίνει (ελπίδα ιλιγγιώδης, η οποία καίγεται από πυρετό, όπου προωθείται το όριο του ονείρου).

   Συγχρόνως απομακρύνεται, όχι ως μάταιη φαινομενικότητα, αλλά εξαιτίας του ότι εξαρτάται απ’ τον κόσμο ο οποίος έχει ριχτεί στη λήθη (αυτήν την οποία θεμελιώνει η αλληλεξάρτηση των μερών), η σαρκικώς ανυπόστατη παρουσία του Θεού.

   Δεν υπάρχει πια Θεός στον «απροσπέλαστο θάνατο», δεν υπάρχει πια Θεός στην κλειστή νύχτα, δεν ακούμε πια παρά το λάμα σαβαχθανί, τη φρασούλα που μαζί με άλλες οι άνθρωποι φόρτωσαν με ιερή φρίκη.

   Στο ιδανικώς σκοτεινό κενό, χάος, μέχρι που να διακρίνει κανείς την απουσία χάους (εκεί όλα είναι έρημος, ψύχος, μέσα στην κλειστή νύχτα, παρόλο που συγχρόνως υπάρχει μία οδυνηρή λαμπρότητα, που φέρνει πυρετό), η ζωή ανοίγεται στον θάνατο, το εγώ μεγαλώνει έως την καθαρή προστακτική: αυτή η προστακτική, στην εχθρική πλευρά του είναι, διατυπώνεται με το  «να πεθάνεις σαν σκυλί»· δεν έχει καμία εφαρμογή σ’ έναν κόσμο τον οποίο αποστρέφεται.

   Όμως, εντός της απίθανης δυνατότητας, αυτή η καθαρότητα του «να πεθάνεις=σαν=σκυλί» αποκρίνεται στην απαίτηση του πάθους –όχι του σκλάβου για τον κύριο: η ζωή που αφιερώνεται στο να πεθάνει, ένα πάθος του εραστή για την ερωμένη· η οργισμένη ζήλια της ερωμένης βαραίνει εκεί, ποτέ όμως η «κυριαρχία».

   Και, για να τελειώνουμε μ’ αυτό, η πτώση στον θάνατο είναι βρώμικη· σε μία μοναξιά επαχθή με άλλον τρόπο από εκείνη όπου οι εραστές απογυμνώνονται, η προσέγγιση της σαπίλας είναι που συνδέει το εγώ=που=πεθαίνει με τη γύμνια της απουσίας.'


Ζορζ Μπατάιγ, Η Εσωτερική Εμπειρία, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Πλέθρον

  'Μιλώντας για την απαγόρευση, δε συναντάμε δυσκολία μόνο στην ποικιλία των αντικειμένων αλλά και στην έλλειψη λογικής. Ποτέ δεν είναι αδύνατη μία αντίθετη πρόταση σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο. Δεν υπάρχει απαγόρευση που να μην μπορεί να παραβιαστεί. Συχνά η παράβαση είναι αποδεκτή ή ακόμα επιβάλλεται.
   Μας έρχονται τα γέλια όταν σκεφτούμε την επίσημη εντολή: “Ου φονεύσεις” που ακολουθεί την ευλογία των στρατευμάτων και το “Te Deum” της αποθέωσης. Η απαγόρευση τηρείται χωρίς υπόνοια συνενοχής με το φόνο! Ασφαλώς η βία των πολέμων προδίνει το Θεο της Καινής Διαθήκης, αλλά δεν αντιτίθεται με τον ίδιο τρόπο στο Θεό των Στρατευμάτων της Παλαιάς. Αν η απαγόρευση κυμαινόταν στα πλαίσια της λογικής, θα σήμαινε την καταδίκη των πολέμων και θα μας τοποθετούσε μπροστά στην επιλογή: να τη δεχθούμε και να κάνουμε τα πάντα για την κατάργηση του φόνου από τους στρατιωτικούς ή να πολεμήσουμε και να τηρήσουμε το νόμο σαν υποκατάστατο. Αλλά οι απαγορεύσεις, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κόσμος της λογικής, δεν είναι έλλογες. Στην αρχή, μία ήρεμη αντίθεση στη βία δε θα είχε αρκέσει σαν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δύο κόσμους: αν η αντίθεση δεν είχε η ίδια κατά κάποιο τρόπο συμμετάσχει στη βία κι αν κάποιο βίαιο αρνητικό συναίσθημα δεν είχε κάνει φριχτή σε όλους τη βία, τότε μόνη η λογική δε θα είχε καταφέρει να ορίσει με αρκετή αποφασιστικότητα τα όρια της αλληλοκάλυψης. Τα μόνα που μπορούσαν να σταθούν απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη παραφορά ήταν η παράλογη φρίκη και ο τρόμος. Αυτή είναι η φύση του ταμπού που καθιστά πιθανό έναν κόσμο ηρεμίας και λογικής, αλλά αυτό το ίδιο, στη βάση-του, είναι μια μορφή φόβου, που δεν επιβάλλεται στη νόηση αλλά στην ευαισθησία, όπως συμβαίνει και με τη βία (ιδιαίτερα η ανθρώπινη βία είναι αποτέλεσμα όχι ενός υπολογισμού αλλά αισθητών καταστάσεων: του θυμού, του φόβου, του πόθου…) Πρέπει να λάβουμε υπόψη τον παράλογο χαρακτήρα τω ν απαγορεύσεων αν θέλουμε να καταλάβουμε την αδιαφορία προς τη λογική που συνδέεται με αυτές. Στον μη ορθολογιστικό τομέα, όπου μας φυλακίζουν σκέψεις-μας, πρέπει να πούμε: “Αν παραβιασθεί μία απαράβατη απαγόρευση, αυτό δε σημαίνει ότι έπαψε να είναι απαράβατη”. Μπορούμε να φθάσουμε μέχρι την παράλογη πρόταση: “η απαγόρευση υπάρχει για να παραβιασθεί”. Αυτή η πρόταση δεν είναι στοίχημα, όπως φαίνεται αρχικά, αλλά η ορθή κατάληξη μιας αναπόφευκτης σχέσης μεταξύ αντίθετων συγκινήσεων. Με την πίεση της αρνητικής συγκίνησης, οφείλουμε υπακοή στην απαγόρευση. Την παραβιάζουμε αν η συγκίνηση είναι θετική. Η φύση του βιασμού δεν καταργεί τη δυνατότητα και την ουσία της αντίθετης συγκίνησης: αποτελεί μάλιστα την δικαιολογία και την πηγή-τους. Δε θα μας τρόμαζε το ίδιο η βία αν δεν ξέραμε, τουλάχιστον αν δεν είχαμε συνείδηση, αμυδρά, ότι θα μπορούσε να παρασύρει κι εμάς στο χειρότερο. 
   Η πρόταση: “η απαγόρευση υπάρχει για να παραβιαστεί” κάνει ακατανόητο το γεγονός ότι η απαγόρευση του φόνου, αν και καθολική, πουθενά δεν αντιτάχθηκε στον πόλεμο. Είμαι μάλιστα πεισμένος ότι, χωρίς την απαγόρευση, ο πόλεμος είναι αδύνατος, αδιανόητος!
   Τα ζώα, που δε γνωρίζουν απαγορεύσεις, δεν έμαθαν με τις μάχες-τους την οργανωμένη επιχείρηση του πολέμου. Ο πόλεμος κατά κάποιον τρόπο περιορίζεται στη συλλογική οργάνωση επιθετικών τάσεων. Οργανώνεται συλλογικά όπως η εργασία. Προσφέρεται σαν σκοπός όπως η εργασία, ανταποκρίνεται στην προμελετημένη πρόθεση όσων τον διεξάγουν. Όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι πόλεμος και βία αντιτίθενται, αλλά ότι ο πόλεμος είναι μια ο ρ γ α ν ω μ έ ν η μορφή βίας. Η παράβαση της απαγόρευσης δεν είναι η ζωώδης βία. Είναι πάλι η βία, που την άσκησε ένα ον επιδεκτικό στη λογική (που λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η απαγόρευση είναι το κατώφλι και πέρα απ’ αυτό μόνο ο φόνος είναι δυνατός.

Georges Bataille  Ζωρζ Μπατάιγ
Ζορζ Μπατάιγ, Ο Ερωτισμός, μτφρ. Μίκα Χουλιαρά, εκδ. Εντροπία

  'Όταν το 1747 ο Μπαχ ταξίδεψε στο Βερολίνο, ήταν ήδη εξήντα δύο χρόνων· με το μέτρο που υπολογίζουμε σήμερα τα γηρατειά, δεν θα μπορούσαμε βέβαια να τον πούμε γέρο, ακόμα κι αν είχε μπει στην τρίτη ηλικία. Αλλά εκείνη την εποχή ο μέσος όρος της ανθρώπινης ζωής ήταν πολύ πιο χαμηλός από σήμερα· μια γρήγορη ανασκόπηση ακόμα και μόνο μεταξύ των μουσικών θα μας υπενθύμιζε ότι ο Περγκολέζι πέθανε στα είκοσι επτά, ο Μότσαρτ στα τριάντα πέντε, ο Σούμπερτ στα τριάντα ένα, ο Σοπέν στα τριάντα εννέα, ο Μέντελσον στα τριάντα οχτώ, ο Βέμπερ στα σαράντα... Όποιος λοιπόν έφτανε τα εξήντα, μπορούσε να θεωρηθεί γέρος.
   Τα γηρατειά του Μπαχ βασανίστηκαν από μια σταδιακή απώλεια της όρασης. Είναι πιθανό ότι συντέλεσε σ’ αυτό η τεράστια προσπάθεια χιλιάδων ωρών που πέρασε διαβάζοντας και γράφοντας μουσική στο φως του κεριού.
   Τον Μπαχ επισκέπτεται και χειρουργεί ένας άγγλος χειρούργος, περνώντας από τη Λειψία, ο Τέιλορ. Ήταν ένας διάσημος χειρούργος, αλλά εκείνους τους καιρούς η ιατρική ήταν υπερβολικά πρωτόγονη και μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τι πράγμα θα ήταν, τότε, μια χειρουργική επέμβαση στα μάτια.
   Η υγεία του Μπαχ επιδεινώθηκε γρήγορα. Πέθανε το βράδυ της 28ης Ιουλίου 1750, στα εξηνταπέντε του, αφού είχε ανακτήσει κατά περίεργο τρόπο την όρασή του για λίγες ώρες.
   Το τελευταίο του χορικό, που υπαγόρευε στον γαμπρό του Αλτνικόλ, είναι εμπνευσμένο από ένα λουθηρανικό χορικό και αρχικά ο τίτλος του ήταν ο πρώτος στίχος του ύμνου «Wenn wir in höchstenNöten sein (Όταν βρισκόμαστε σε ύψιστη ανάγκη)». Αισθανόμενος ότι έφτανε το τέλος του, ο Μπαχ επέλεξε ως νέο επίγραμμα το στίχο από μια άλλη στροφή του ίδιου ύμνου: «Vot deinen Thron tret’ ichhiermit (Παρουσιάζομαι μπροστά στο θρόνο σου)», BWV 668. Ο Μπαχ είχε ζήσει με βαθιά πίστη στο Θεό. Είχε συλλάβει και βιώσει τη μουσική σαν «praeludium vitae aeternae (προανάκουσμα αιώνιας ζωής)». Είχε συχνά γράψει στις παρτιτούρες του το μότο «Soli Deo gloria» (Μόνο στο Θεό δόξα)» ή την επίκληση «Jesu juva (Ιησού βοήθα με)». Είχε δουλέχει με εντιμότητα και ευθύτητα ως ένας ακούραστος τεχνίτης της μουσικής, χωρίς μεγάλες προσωπικές φιλοδοξίες· είχε αγαπήσει με τρυφερότητα και πίστη τις δύο γυναίκες του, που μέσα στην ιστορία της ζωής του βρέθηκαν στο πλευρό του η μια μετά την άλλη· με χαρά διέθετε συχνά χρόνο και ενέργεια για τα παιδιά του, ένα χαρούμενο σόι που κάθε πρωί μαζευόταν γύρω από τον πατέρα για να ξεκινήσει τη μέρα τραγουδώντας δοξολογίες στο Θεό. Είχε περάσει τα πείσματά του και τα ξεσπάσματα θυμού, έκφραση μιας λιγάκι φιλύποπτης και αντικοινωνικής ιδιοσυγκρασίας, αλλά γεμάτης επαγγελματική αξιοπρέπεια. Ήξερε να φροντίζει τα συμφέροντά του, συχνά συγκρουόμενος με τους εργοδότες του προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματά του σε εποχές που ο εργαζόμενος προστατευόταν ελάχιστα. Δεν του έλλειψαν οι δυσκολίες και οι απογοητεύσεις: ο πρόωρος θάνατος των γονιών του, ο απρόσμενος θάνατος της πρώτης του γυναίκας, ο θάνατος κάποιων από τα παιδιά του, ένας βαριά ανάπηρος γιος, η τύφλωση, στιγμές πίκρας, ασυνεννοησίας, σκληρής οικονομικής στενότητας. Αλλά υπήρξε ένας άνθρωπος γαλήνιος, απλός τίμιος, ευτυχισμένος, σταθερά αγκυροβολημένος στη χριστιανική του πίστη.
   Τα παρακάτω λόγια του ταίριαζαν τέλεια: «Όλη μου η προσωπικότητα είναι στα χέρια σου/ Στρέψε σε μένα την επιεική σου όψη και μη μου αρνηθείς τη χάρη σου/ Πες μου ότι το τέλος μου θα είναι γλυκό/ και ξυπνώντας θα βρεθώ ενώπιόν σου/ για να σε γνωρίσω σε όλη την αιωνιότητα/ Αμήν. Ω Θεέ, δώσε μου την υπόσχεσή σου».
   Το τελευταίο έργο του συνθέτη, Η Τέχνη της Φούγκας, παρέμεινε ανολοκλήρωτο. Για μένα είναι πάντα συγκινητικό ν’ ακούω τη Φούγκα αρ. 19, που σ’ ένα σημείο μένει στη μέση, όπως η ζωή του δασκάλου, μέσα στην ακμή μιας ωριμότητας που θα μπορούσε να είχε δώσει πολλούς ακόμα καρπούς.'
Rodolfo Venditti
Ροντόλφο Βεντίτι, Μικρός Οδηγός στη Μεγάλη Μουσική: Βιβάλντι, Μπαχ, Χαίντελ, Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, μτφρ. Καίτη Μάρακα, εκδ. Στάχυ

Τὸ ὐπερβολικό διάβασμα ἔχει μιὰ βλαβερὴ συνέπεια: φθείρει τὴν ἔννοια τῶν λέξεων· οἱ σκέψεις ἐκφράζονται πιὰ μόνο κατὰ προσέγγιση. Ἠ ἔκφραση μιᾶς ἰδέας μοιάζει σὰν ξεχειλωμένο ροῦχο.

*

Ὅταν φέρνω στὴ σκέψη μου ἕναν σημαντικὸ ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ὅμως κακός, συλλογίζομαι πάντα πὼς εἶναι ἴσως ὁ δήμιος τῆς ψυχῆς του, καὶ πὼς τῆς ἐπιβάλλει μιὰ τιμωρία ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ πρέπει νὰ τὴν ὁρίσει.

*

[...] Ντροπὴ ποὺ οἱ περισσότερες λέξεις μας εἶναι ἐργαλεῖα ποὺ τὰ κακομεταχειρίστηκαν στὸ παρελθὸν καὶ ποὺ συχνὰ ἔχουν ἀκόμα τὴ μυρουδιὰ τῆς λίγδας μὲ τὴν ὁποία τὶς μαγάρισαν οἱ προηγούμενοι ἰδιοκτῆτες. Θέλω νὰ δουλέψω μὲ λέξεις καινούργιες, ἤ άλλιῶς [...] νὰ μὴν ξαναμιλήσω ποτὲ πιὰ παρὰ μόνο στὸν ἑαυτό μου γιὰ πάντα.

*

Τὰ κοριτσάκια παίζουν ἕνα παιχνίδι ποὺ συνίσταται στὸ νὰ στροβολίζονται πολὺ γρήγορα τινάζοντας τὰ φουστάνια τους στὸν ἀέρα καὶ ὕστερα νὰ κάθονται ἐλαφροπατώντας στὶς φτέρνες· κι ὅλα αὐτὰ τὰ καμώματα γίνονται μὲ τὸ σκοπὸ νὰ φυλακίσουν κάτω ἀπὸ τὰ μισοφόρια τους λίγο ἀέρα ποὺ ξεφεύγει πάλι ἀμέσως. Τὸ νὰ καμαρώνουν ποὺ δὲν πιάνουν τίποτα, εἶναι πολὺ συχνὰ ἡ σπουδαία ἀσχολία τους, ἀκόμη καὶ πολὺ συχνὰ ἡ σπουδαία ἀσχολία τους, ἀκόμη καὶ σὲ πιὸ μεγάλη ἡλικία ― καὶ μεταχειρίζονται ἀκριβώς τὰ ἴδια δίχτυα.

*

Εἶδα συχνὰ κουροῦνες νὰ κάθονται πάνω στὴ ράχη τῶν χοίρων, ἐκεῖ ὅπου κυλιοῦνται, καὶ νὰ τοὺς περιμένουν πότε θὰ ξεσκάψουν κανένα σκουλήκι, γιὰ νὰ τ’ ἀρπάξουν στὰ πεταχτὰ καὶ νὰ ξαναγυρίσουν στὴν προηγούμενη θέση τους. Τί ὑπέροχο σύμβολο τοῦ ἐρανιστῆ ποὺ ψάχνει καὶ τοῦ πονηροῦ συγγραφέα ὁ ὁποῖος, δίχως μεγάλη προσπάθεια, κατασκευάζει τὸ δικό του μέλι!


Γκέοργκ Κρίστοφ Λίχτενμπεργκ, Πιπέρι και Σπασμένες Γραμμές, μτφρ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή

  'Τη δεκαετία του 1970 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 η θεωρία χορδών παρέπαιε στα πρόθυρα της λήθης. Δεν φαινόταν να ανταποκρίνεται στον αρχικό της στόχο, που ήταν η περιγραφή των πυρηνικών δυνάμεων. Και ενώ εμπεριείχε την κβαντική μηχανική, φαινόταν πιθανό να πάσχει από μια δυσδιάκριτη εσωτερική ασυνέπεια, γνωστή στους φυσικούς ως ανωμαλία. Ένα παράδειγμα ανωμαλίας θα ήταν το εξής: αν υπήρχαν σωματίδια όμοια με τα νετρίνα, αλλά ηλεκτρικά φορτισμένα, τότε ορισμένα βαρυτικά πεδία θα μπορούσαν αυθόρμητα να δημιουργήσουν ηλεκτρικό φορτίο. Αυτό είναι κακό για μια θεωρία, διότι η κβαντική μηχανική απαιτεί να διατηρείται στον κόσμο ένα αυστηρό ισοζύγιο ανάμεσα στα αρνητικά φορτία, όπως τα ηλεκτρόνια, και τα θετικά φορτία, όπως τα πρωτόνια. Ήταν λοιπόν μεγάλη ανακούφιση όταν το 1984 αποδείχτηκε ότι η θεωρία χορδών δεν έχει ανωμαλίες. Άρχισε τότε να θεωρείται ως μια βιώσιμη υποψήφια θεωρία για την περιγραφή του σύμπαντος. 
   Από αυτό το καταρχήν τεχνικό αποτέλεσμα ξεκίνησε η «πρώτη επανάσταση των υπερχορδών»: μια περίοδος ξέφρενης ερευνητικής δραστηριότητας και δραματικών προόδων, που ωστόσο δεν πέτυχε το δηλωμένο στόχο της, να παραγάγει μια θεωρία των πάντων. Ήμουν τότε παιδί και ζούσα κοντά στο Κέντρο για τη Φυσική του Άσπεν, ένα θερμοκήπιο εκείνης της δραστηριότητας. Θυμάμαι ότι γινόταν συζήτηση για το αν η θεωρία υπερχορδών θα μπορούσε να ελεγχθεί στον Υπεραγώγιμο Υπερεπιταχυντή Συγκρουόμενων Δεσμών και ότι αναρωτιόμουν τι το εξαιρετικό σήμαιναν όλα αυτά τα «υπέρ». Λοιπόν, οι υπερχορδές είναι χορδές που έχουν την ειδική ιδιότητα της υπερσυμμετρίας. Και τι είναι άραγε αυτή η υπερσυμμετρία; [...] Πρώτον: η υπερσυμμετρία συσχετίζει σωματίδια που έχουν διαφορετικό σπιν. Το σπιν ενός σωματιδίου μοιάζει με το στροβιλισμό μιας σβούρας, αλλά, σε αντίθεση με τη σβούρα, το σωματίδιο έχει σταθερό στροβιλισμό που ούτε εξασθενεί ούτε ενισχύεται. Δεύτερον: από τις θεωρίες χορδών, οι υπερσυμμετρικές είναι εκείνες που έχουν κατανοηθεί καλύτερα. Ενώ οι μη υπερσυμμετρικές θεωρίες χορδών απαιτούν 26 διαστάσεις, οι υπερσυμμετρικές απαιτούν μόνο δέκα. Φυσικά, πρέπει κανείς να παραδεχτεί ότι ακόμα και από τις δέκα διαστάσεις οι έξι περισσεύουν, αφού αντιλαμβανόμαστε μόνο τις τρεις του χώρου και τη μία του χρόνου. Ένα μέρος της προσπάθειας να μετατραπεί η θεωρία χορδών σε θεωρία του πραγματικού κόσμου έγκειται στο να απαλλαγούμε με κάποιο τρόπο από αυτές τις επιπλέον διαστάσεις ή να τους βρούμε κάποιο χρήσιμο ρόλο. 
   Στο υπόλοιπο της δεκαετίας του 1980 οι θεωρητικοί των χορδών έκαναν παθιασμένο αγώνα δρόμου για να ανακαλύψουν τη θεωρία των πάντων. Αλλά δεν είχαν επαρκή γνώση της θεωρίας χορδών. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, οι χορδές δεν τα εξηγούν όλα. Η θεωρία απαιτεί την ύπαρξη βρανών: αντικειμένων που εκτείνονται σε περισσότερες από μία διαστάσεις. Η απλούστερη βράνη είναι η μεμβράνη (ή 2-βράνη): όπως η επιφάνεια ενός τυμπάνου, μια μεμβράνη εκτείνεται σε δύο χωρικές διαστάσεις. Είναι μια επιφάνεια που μπορεί να πάλλεται με εγκάρσιες ταλαντώσεις. Υπάρχουν επίσης οι 3-βράνες, που μπορούν να «γεμίσουν» τις τρεις διαστάσεις του χώρου της εμπειρίας μας και ταλαντώνονται στις πρόσθετες χωρικές διαστάσεις που απαιτεί η θεωρία χορδών. Μπορεί επίσης να υπάρχουν 4-βράνες, 5-βράνες κ.ο.κ. έως και 9-βράνες. Όλα αυτά αρχίζουν να μοιάζουν υπερβολικά πολύπλοκα, αλλά υπάρχουν σοβαροί λόγοι που μας πείθουν ότι χωρίς όλες αυτές τις βράνες είναι αδύνατο να διατυπωθεί μια συνεπής θεωρία χορδών. Μερικοί από τους λόγους αυτούς έχουν να κάνουν με τους «δυϊσμούς χορδών». Ένας δυϊσμός είναι η σχέση που συνδέει δύο φαινομενικά διαφορετικά αντικείμενα ή δύο φαινομενικά διαφορετικές περιγραφές. Ένα απλοϊκό παράδειγμα είναι η επιφάνεια μιας σκακιέρας. Η μια περιγραφή ή άποψη είναι ότι πρόκειται για μια λευκή επιφάνεια με μαύρα τετράγωνα. Η άλλη είναι ότι πρόκειται για μια μαύρη επιφάνεια με λευκά τετράγωνα. Και οι δύο απόψεις (κατάλληλα βελτιωμένες ως προς την ακρίβεια) δίνουν μια ικανοποιητική περιγραφή της επιφάνειας της σκακιέρας. Είναι διαφορετικές, αλλά σχετίζονται: ανταλλάσσοντας το λευκό και το μαύρο, η κάθε περιγραφή μετατρέπεται στην άλλη. 
   Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 συνέβη η δεύτερη επανάσταση των υπερχορδών, που βασίστηκε στην αναδυόμενη κατανόηση των δυϊσμών των χορδών και του ρόλου των βρανών. Έγιναν ξανά προσπάθειες να αξιοποιηθεί αυτή η νέα κατανόηση σε ένα θεωρητικό πλαίσιο που θα διέθετε τα χαρακτηριστικά μιας θεωρίας των πάντων. Λέγοντας εδώ «των πάντων», εννοούμε όλες τις πτυχές της θεμελιώδους φυσικής που κατανοούμε και έχουμε ελέγξει πειραματικά. Η βαρύτητα είναι μέρος της θεμελιώδους φυσικής, καθώς και ο ηλεκτρομαγνητισμός και οι πυρηνικές δυνάμεις. Επίσης τα διάφορα σωματίδια, όπως τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια και τα νετρόνια, από τα οποία συντίθενται όλα τα άτομα. Ενώ έχουν επινοηθεί θεωρίες χορδών που αναπαράγουν σε γενικές γραμμές όσα γνωρίζουμε, παραμένουν κάποιες επίμονες δυσκολίες στο δρόμο προς μια πλήρως βιώσιμη θεωρία. Ταυτόχρονα, όσο περισσότερα μαθαίνουμε για τη θεωρία χορδών, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε πόσα αγνοούμε. Φαίνεται λοιπόν σαν να χρειάζεται μια τρίτη επανάσταση των υπερχορδών. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει συμβεί ακόμα. Αντ’ αυτού, οι θεωρητικοί των χορδών προσπαθούν, με βάση το υπάρχον επίπεδο κατανόησης, να διατυπώσουν επιμέρους προτάσεις για το τι θα μπορούσε να αποφανθεί η θεωρία χορδών τόσο για τα τρέχοντα πειράματα όσο και για τα αμέσως επόμενα. Οι πιο εντατικές προσπάθειες στην κατεύθυνση αυτή επιδιώκουν να συνδέσουν τη θεωρία χορδών με τις συγκρούσεις μεταξύ πρωτονίων ή μεταξύ βαρέων ιόντων σε υψηλές ενέργειες. Οι συνδέσεις στις οποίες ελπίζουμε είναι πιθανό να βασίζονται στις ιδέες της υπερσυμμετρίας ή των επιπλέον διαστάσεων ή των οριζόντων μελανών οπών, ή ίσως σε όλες αυτές ταυτόχρονα.'
Steven S. Gubser
Στίβεν Σ. Γκάμπσερ, Το Μικρό Βιβλίο της Θεωρίας Χορδών, μτφρ. Πέτρος Δήτσας, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
'Ain't No Sunshine' [album: Blacknuss (1972)] - Rahsaan Roland Kirk

  'Καταφέραμε νά ἀντιληφθοῦμε τόν παραλογισμό τῶν σχέσεων τοῦ ἐρωτισμού καί τῆς ἠθικῆς.
   Ξέρουμε ὅτι ἡ καταγωγή ὑπάρχει στίς σχέσεις τοῦ ἐρωτισμοῦ καί τῶν πιό ἀπόμακρων δεισιδαιμονιῶν τῆς θρησκείας.
   Ἀλλά πάνω ἀπό τήν ἱστορική ἀκρίβεια, δέ χάνουμε ποτέ ἀπό τά μάτια μας αὐτή τήν ἀρχή: ἀπό τά δύο τό ἕνα, εἵτε ὁ παθολογικός ἐρεθισμός εἶναι ἀρχικά αὐτό πού μᾶς ὑποβάλλει ἡ ἐπιθυμία, τό φλογερό πάθος· εἴτε ἕχουμε τήν ἔλλογη μέριμνα γιά ἕνα βελτιωμένο μέλλον.

   Φαίνεται πώς ὑπάρχει ἕνας μέσος ὅρος.
   Μπορῶ νά ζήσω μέσα στή μέριμνα γιά ἕνα καλύτερο μέλλον. Ἀλλά μπορῶ ἀκόμα νά ἀποβάλλω αὐτό τό μέλλον στέλνοντας το σέ ἕναν ἄλλο κόσμο. Σέ ἕναν κόσμο ὅπου μονάχα ὁ θάνατος ἔχει τήν ἐξουσία νά μέ είσαγάγει...
   Ἀναμφίβολα αὐτός ὁ μέσος ὅρος ἤταν ἀναπόφευκτος. Ἔφτασε γιά τόν ἄνθρωπο ἠ ἐποχή νά λογαριάσει –πιό βαρειά απ’ τό τίποτα– τίς άνταμοιβές, τίς τιμωρίες, πού θά μπορούσαν νά ἐπέλθουν μετά θάνατον...

   Ἐντέλει ὅμως διαβλέπουμε τήν ἐποχή ὅπου παρόμοι φόβοι (ἤ ἐλπίδες), μή μπορώντας πιά νά λειτουργήσουν, τό ἄμεσο συμφέρον θά ἀντιτεθεῖ χωρίς μέσο ὅρο στό μελλοντικό συμφέρον ὅπως ἡ φλογερή ἐπιθυμία θά ἀντιτεθεῖ χωρίς τίποτα ἐπιπλέον στόν στοχαστικό ὑπολογισμό τοῦ λόγου.

   Κανείς δέν φαντάζεται ἕνα κόσμο ὅπου τό φλογερό πάθος θά ἔπαυε ἀποφασιστικά νά μᾶς βασανίζει... Κανείς, ἀπ᾽ τήν ἄλλη, δέν ἀντιμετωπίζει τήν πιθανότητα μιᾶς ζωῆς πού ποτέ πιά δέν θά τήν ἔδενε ὁ ὑπολογισμός.
   Ὁ πολιτισμός ὁλόκληρος, ἡ δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἐξαρτάται ἀπ’ τή λελογισμένη πρόβλεψη τῶν μέσων προς ἐξασφάλιση τῆς ζωῆς. Ἀλλά αὐτή ἡ ζωή –αὐτή ἡ πολισμένη ζωή– πού ἔχουμε τό βάρος νά διασφαλίσουμε, δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ σ’ αὐτά τά μέσα, πού τήν καθιστούν δυνατή. Πέρα ἀπ’ τά ὑπολογισμένα μέσα ψάχνουμε τό σκοπό –ἤ τούς σκοπούς– αὐτῶν τῶν μέσων.

   Εἶναι κοινότυπο νά βάζει κανείς σάν σκοπό αὐτό πού δέν εἶναι παρά ἕνα μέσο. Τό κυνήγι τοῦ πλοῦτου –ἄλλοτε τοῦ πλούτου τῶν ἐγωιστικῶν ἀτόμων, καμιά φορά τοῦ κοινοῦ πλούτου– δέν εἶναι προφανῶς παρά ἕνα μέσο. Ἡ ἐργασία δέν εἶναι παρά ἕνα μέσο...

   Ἠ ἀνταπόκριση στην ἐρωτική ἐπιθυμία – καθώς ἐπίσης καί στήν πιό ἀνθρώπινη ἐπιθυμία (λιγότερο φυσική), τῆς ποίσης, καί τῆς ἔκστασης (ἄλλά ἀπ’ τόν ἐρωτισμό στην ποίηση, ἤ ἀπ’ τόν ἐρωτισμό στην ἔκσταση, ἡ διαφορά μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀποφασιστικά;). Ἡ ἀνταπόκριση στην ἐρωτική ἐπιθυμία, ἀντίθετα, εἶναι ἕνας σκοπός.

   Πράγματι, ἠ ἀναζήτηση τῶν μέσων τελικά εἶναι πάντα, λογική. Ἡ ἀναζήτηση ἑνός μέσου ἐξαρτάται ἀπ’ τήν ἐπιθυμία, πού συχνά ἀψηφᾶ τή λογική.

   Συχνά, μέσα μου, ἠ ἰκανοποίηση μιᾶς ἐπιθυμίας ἀντιτίθεται στό συμφέρον. Ἀλλά ἐνδίδω σ’ αὐτή, γιατί ἔγινε βάναυσα ὁ τελικός σκοπός μου!'

Georges Bataille  Ζωρζ Μπατάιγ
Ζορζ Μπατάιγ, Τα Δάκρυα του Έρωτα, μτφρ. Ιουλία Φωτοπούλου, εκδ. Νεφέλη
'Fuchsia Swing Song' [album: Fuchsia Swing Song (1965)] -
Sam Rivers / Jaki Byard / Ron Carter / Tony Williams

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΑΚΟΥμΠΑ μΕ


Πριν κάποια χρόνια, είχα γράψει σε μια ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, (όχι για να σοκάρω, αλλά για να περάσω πιο ευχάριστα την απραξία με κανένα hipnocedon) και αυτό γιατί έπληττα, ότι «Ο θεός είναι ο πολυέλαιος και ο Χριστός είναι το λαμπατέρ». Το έκανα ασυνείδητα. . . Μόνο σε κυριλέ εκκλησίες υπάρχουν πολυέλαιοι, και αυτές παλιές, και οι πολυέλαιοι με χοντρό κρύσταλλο που κάνει ανταύγειες. Στις νεοαναγειρόμενες εκκλησίες δεν ξέρω, δεν έχω πάει. Τα λαμπατέρ τα χρησιμοποιούν στα σαλόνια και εγώ στο τελευταίο σαλόνι που πήγα είναι το σαλόνι – χώρος υποδοχής – ενός ψυχίατρου. Λαμπατέρ υπήρχε αλλά δεν ήταν αναμμένο. Άρα εκεί Χριστός δεν υπάρχει, όπως δεν υπήρχε για χρόνια ηλεκτρικό στην Λέρο. Οι εκκλησίες πρέπει να κατεδαφιστούν και στην θέση τους να χτιστούν αραβικού ρυθμού οπιοποτεία με πολυελαίους που να έχουν αντί για λάμπες θέσεις για κεράκια – ύστατη απεικόνιση της ευλάβειας, άχρηστα οπιοποτεία όσο και οι εκκλησίες και τα σαλόνια ψυχίατρων με λαμπατέρ που δεν λειτουργούν. Στο δωμάτιο που είναι το γραφειόσπιτό μου, δεν παίζει ούτε θεός – ούτε Χριστός, γιατί δεν έχω ούτε πολυέλαιο – ούτε λαμπατέρ, έχω μόνο σποτάκια και αυτά με οικονομικές λάμπες που αχνοφέγγουν. Άρα δεν θα πρέπει το γραφειόσπιτό μου, ένα δωμάτιο όλο και όλο με τζάκι, αλλά χωρίς τουαλέτα – για τσίσα και χοντρά πάω δίπλα – να γίνει οπιοποτείο, για λόγους ετερόκλητους μεταξύ τους. Στον τοίχο έχω τον μεγάλο αυνανιστή του Νταλί γιατί μου υπενθυμίζει ότι το να μαλακίζομαι είναι προτέρημα που το έχουν χάσει οι οπιομανείς γιατί δεν τους σηκώνεται. Άρα κανένας τελειωμένος δεν θα μαστουρωθεί στο γραφειόσπιτό μου, γιατί δεν έχει ούτε θεό – ούτε Χριστό, γιατί δεν έχει ούτε πολυέλαιο – ούτε λαμπατέρ, και οι οπιομανείς τους επικαλούνται, υπάρχει ο μεγάλος αυνανιστής και αυτοί έχουν τραύμα που δεν καυλώνουνε και επιπλέον το φως από τα σποτάκια δεν επαρκεί για να κάψουν ομοιόμορφα το όπιο. Στο γραφειόσπιτό μου όμως έχω πίπα οπίου όπως και ένα σελιδοδείκτη από αυθεντικό πάπυρο – δώρο μιας φίλης από ταξίδι της στην Αλεξάνδρεια, που μου το ταχυδρόμησε μαζί με μια κάρτα με φωτογραφία και τυπωμένο χειρόγραφο του Καβάφη. Ούτε τα εγχειρίδια ψυχιατρικής – ούτε ο λόγος του θεού, έχουν τυπωθεί σε πάπυρο, γιατί από το φως από τους πολυελαίους και τα λαμπατέρ, ο πάπυρος καταστρέφεται, και δεν θα υπήρχαν εκκλησίες με πολυελαίους και σαλόνια ψυχιάτρων με λαμπατέρ, άλλωστε αυτοί που είχαν πάπυρο πίστευαν στην Ρα. Επίσης, ούτε το χειρόγραφο από τα Κεριά του Καβάφη είναι χειρόγραφο – εφόσον τυπώθηκε –, ούτε η φωτογραφία του Κ. Καβάφη είναι φωτογραφία – είναι απλώς αντίγραφο φωτογραφίας – αλλά μπορείς να δεις τον Καβάφη και το γραφικό του χαρακτήρα.
Τώρα εσείς θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι χυδαία και τρελά, όμοια με τις καυλωτικές ακατανόητες ιστορίες που διάβασε και μαλακιζότανε ο πατέρας μου, στο λαϊκό πορνοπεριοδικό Ακούμπα με. . .



Νίκος Λέκκας, Εξ Αδοκήτω, εκδ. Καζανάκι
Brushworks 2 (2010) - Bryan Illsley

  'Είναι απολαυστικό να διαπιστώνουμε ότι η τέχνη του λόγου συνδέεται στις απαρχές της με μια διεκδίκηση ιδιοκτησίας, σαν η γλώσσα, ως αντικείμενο ενός μετασχηματισμού, συνθήκη μιας πρακτικής, να μην οριζόταν στη βάση μιας λεπτής ιδεολογικής μεσολάβησης (όπως συνέβη σε τόσες μορφές τέχνης), αλλά στη βάση της πλέον γυμνής κοινωνικότητας, όπως επιβεβαιώνεται στη θεμελιώδη ωμότητά της, αυτή της γαιοκτησίας: αρχίσαμε –στο πλαίσιο του πολιτισμού μας– να στοχαζόμαστε πάνω στη γλώσσα προκειμένου να υπερασπίσουμε τα αγαθά μας. Ακριβώς στο πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης είναι που γεννήθηκε ένα πρώτο θεωρητικό σχεδίασμα του επιτηδευμένου λόγου (διαφορετικού από τον φανταστικό λόγο, τον λόγο των ποιητών: η ποίηση ήταν τότε η μόνη λογοτεχνία, ενώ η πρόζα δεν θα προβιβαζόταν σε αυτή τη θέση παρά αργότερα).'

  'Η ρητορική θριαμβεύει: κυριαρχεί στην εκπαίδευση· η ρητορική ψυχορραγεί: αυστηρά περιορισμένη σε αυτό το πεδίο, περιπίπτει προοδευτικά σε βαθιά διανοητική ανυποληψία. Η ανυποληψία αυτή οφείλεται στην προαγωγή μιας νέας αξίας, της ενάργειας (γεγονότων, ιδεών, αισθημάτων), η οποία είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται τη γλώσσα (ή πιστεύει πως δεν τη χρειάζεται) ή τουλάχιστον διατείνεται πως δεν τη χρησιμοποιεί πια παρά μόνο ως ένα εργαλείο, ένα μέσο, μια μεσολάβηση, μια έκφραση. Από τον 16ο αιώνα και μετά, η «ενάργεια» παίρνει τρεις κατευθύνσεις: μια προσωπική ενάργεια (στον προτεσταντισμό), μια ενάργεια του ορθού λόγου (στον καρτεσιανισμό), μια ενάργεια των αισθήσεων (στον εμπειρισμό). Ακόμα κι αν εξακολουθεί να γίνεται δεκτή (στη διδασκαλία των ιησουιτών), η ρητορική δεν είναι πια σε καμία περίπτωση μια λογική, δεν συνιστά παρά ένα χρώμα, ένα στολίδι, που τελεί πάντα υπό καθεστώς στενής επιτήρησης στο όνομα του «φυσικού». Ίσως υπήρχε στον Πασκάλ κάποια αξίωση αυτού του νέου πνεύματος, μιας και σε αυτόν χρωστάμε την Αντι-ρητορική του μοντέρνου ανθρωπισμού· το αίτημα του Πασκάλ είναι μια ρητορική (μια «τέχνη της πειθούς») νοητική, ευαίσθητη, σαν από ένστικτο, στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων (τη «λεπτότητά» τους)· η ευγλωττία δεν συνίσταται στην εφαρμογή στον λόγο ενός εξωτερικού κώδικα, αλλά στη συνειδητοποίηση της σκέψης που γεννιέται μέσα μας, κατά τρόπο ώστε να μπορούμε να αναπαράγουμε αυτή την κίνηση όταν μιλάμε στον άλλο, οδηγώντας τον έτσι στην αλήθεια σαν να την ανακάλυπτε από μόνος του· η τάξη του λόγου δεν έχει εγγενή χαρακτηριστικά (σαφήνεια ή συμμετρία)· εξαρτάται από τη φύση της σκέψης, με την οποία η γλώσσα, αν θέλει να είναι «ορθή», οφείλει να συμμορφώνεται.'

  'Το πάθος παραμορφώνει το βλέμμα πάνω στα πράγματα και διαμορφώνει αναγκαστικά ειδικούς και ιδιαίτερους λόγους πάνω σε αυτά: «Αν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν όλα τα πράγματα που παρουσιάζονται στο πνεύμα τους, απλά, τέτοια που είναι καθαυτά, όλοι θα μιλούσαν γι’ αυτά με τον ίδιο τρόπο: όλοι σχεδόν οι γεωμέτρες μιλάνε με τον ίδιο τρόπο» (Λαμύ). Η άποψη αυτή είναι ενδιαφέρουσα, γιατί αν τα σχήματα είναι τα «μορφήματα» του πάθους, μέσω των σχημάτων μπορούμε να γνωρίσουμε την κλασική ταξινόμηση των παθών, και ειδικά αυτή του ερωτικού πάθους, από τον Ρακίνα μέχρι τον Προυστ. Για παράδειγμα: το επιφώνημα αντιστοιχεί στην ξαφνική και βίαιη απάλειψη του λόγου, στη συναισθηματική αφασία· η αμφιβολία και ο ενδοιασμός, η dubitario (σύμφωνα με το όνομα του σχήματος), αντιστοιχούν στο μαρτύριο της αβεβαιότητας όσον αφορά τη συμπεριφορά (Τι να κάνω; Να πράξω έτσι ή αλλιώς;), στη δύσκολη ανάγνωση των «σημείων» που εκπέμπει ο άλλος· η έλλειψη στη λογοκρισία όλων όσοι στέκονται εμπόδια στο πάθος· η παράλειψη (το να ισχυριζόμαστε ότι δεν θα πούμε ό,τι τελικά λέμε) στην αναπαραγωγή της «σκηνής», στο πνεύμα που πληγώνει· η επανάληψη στην εμμονική αναμόχλευση των «δικαιολογιών» ή του «έχω κάθε δίκιο»· η υποτύπωση, στη σκηνή που έχουμε ακόμα εντυπωμένη στο μυαλό μας, στην εσωτερικευμένη φαντασίωση, στο νεαρό σενάριο (επιθυμία, ζήλια) κλπ. Καταλαβαίνουμε έτσι καλύτερα πώς η μεταφορά μπορεί να είναι συνάμα και φυσική και μια δεύτερη γλώσσα: είναι φυσική γιατί τα πάθη βρίσκονται στη φύση· είναι δεύτερη γιατί η ηθική απαιτεί τα ίδια αυτά πάθη, καίτοι «φυσικά», να απομακρυνθούν, να εξοβελιστούν, να τεθούν στην επικράτεια του σφάλματος και του αμαρτήματος· τουτέστιν, ένας κλασικός θεωρεί ότι τα ρητορικά σχήματα είμαι ταυτόχρονα θεμελιωμένα και ύποπτα, επειδή ακριβώς, γι’ αυτόν, η «φύση» είναι κακή.'
Roland Barthes
Ρολάν Μπαρτ, Η Αρχαία Ρητορική: Μνημονικό Βοήθημα, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, εκδ. Petites Maisons
'Svadebnie Pesni. Kumushki. (Duhovskaya)'
[album: Muzyka Russkogo Poozer'ja (2009)] - Olga Sergeeva