'ΜΟΡΙΤΣ: Σε λίγο θα σκοτεινιάσει τόσο πολύ, που δεν θα βλέπουμε τη μύτη μας. – Δεν πιστεύεις κι εσύ, πως η ντροπή στον άνθρωπο είναι μόνο αποτέλεσμα της ανατροφής που του δίνουν;
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Προχθές το σκεφτόμουν. Εμένα μου φαίνεται πάντως πως η ντροπή είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση. Φαντάσου να πρέπει να γδυθείς εντελώς μπροστά στον καλύτερό σου φίλο. Θα το έκανες; Μόνο αν γδυνόταν ταυτόχρονα κι εκείνος! – Αλλά βέβαια είναι λίγο-πολύ και θέμα μόδας.
   ΜΟΡΙΤΣ: Εγώ έχω πάρει μια απόφαση: όταν θα κάνω παιδιά, αγόρια και κορίτσια, θα τα βάζω από μικρά να κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο, αν είναι δυνατόν και στο ίδιο κρεβάτι, και θα τους επιβάλω, πρωί-βράδυ να βοηθούν το ένα το άλλο στο ντύσιμο και το γδύσιμο, και το καλοκαίρι, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, θα φορούν όλη τη μέρα μόνο ένα άσπρο βαμβακερό ρούχο με μια δερμάτινη ζώνη. – Αν μεγαλώσουν έτσι, αργότερα θα είναι πιο ήρεμα απ’ ό,τι είμαστε εμείς τώρα.
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Αυτό το πιστεύω κι εγώ, Μόριτς! – Τι γίνεται όμως, αν κάποιο απ’ τα κορίτσια σου ξεφουρνίσει κανένα μωρό;
   ΜΟΡΙΤΣ: Μωρό;
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Βέβαια,... γιατί υπάρχουν και τα ένστικτα. Αν κλείσεις, για παράδειγμα, έναν γάτο και μια γάτα μαζί, από μικρά, και τα απομονώσεις από κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο, δηλαδή αν τα αφήσεις τελείως στο έλεος των ορμών τους – η γάτα αργά ή γρήγορα θα μείνει έγκυος, παρόλο που ούτε αυτή ούτε ο γάτος είχαν κάποιον για να τους ανοίξει τα μάτια.
   ΜΟΡΙΤΣ: Στα ζώα μάλλον αυτό θα πρέπει να έρχεται μόνο του.
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Και στους ανθρώπους το ίδιο... Έλα τώρα, Μόριτς, αν τα αγόρια σου κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι με τα κορίτσια και ξαφνικά τους έρθουν οι πρώτες αντρικές ορμές – πάω στοίχημα πως...
   ΜΟΡΙΤΣ: Μπορεί να έχεις δίκιο. – Παρ’ όλα αυτά όμως...
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Και με τα κορίτσια σου, σ’ αυτή την ηλικία, το ίδιο ακριβώς θα γινόταν! Όχι πως τα κορίτσια λειτουργούν όπως εμείς... γι’ αυτό δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος... αλλά στα κορίτσια παίζει μεγάλο ρόλο κι η περιέργεια!'

  'ΜΕΛΧΙΟΡ: – Εγώ δεν θέλω ελεημοσύνες! Τη δική μου ευτυχία δεν θέλω να μου τη χαρίσει κανένας!
   ΜΟΡΙΤΣ: Γιατί;
   ΜΕΛΧΙΟΡ: Δεν θέλω τίποτα, αν δεν το κατακτήσω με αγώνα.
   ΜΟΡΙΤΣ: Μα και να στη χαρίσουν η απόλαυση παραμένει απόλαυση, Μέλχιορ! – Και το κορίτσι την απολαμβάνει όπως οι μακάριοι θεοί. Το κορίτσι αντιστέκεται χάρη στη φύση του. Διατηρείται ανέπαφο από κάθε αμαρτωλή πράξη ώς την τελευταία στιγμή, για να δει ξαφνικά όλο τον ουρανό να ξεσπάει επάνω του. Το κορίτσι πάει στην κόλαση την ίδια στιγμή που γνωρίζει τον ανθισμένο παράδεισο. Οι αισθήσεις του, εκείνη την ώρα, είναι τόσο φρέσκες, όπως η πηγή που αναβρύζει από τον βράχο. Το κορίτσι παίρνει ένα κύπελλο, που καμία γήινη ανάσα δεν το έχει αγγίξει ακόμα, ένα κύπελλο με νέκταρ, και πίνει μονορούφι το αφρισμένο και αστραφτερό περιεχόμενό του... Η ικανοποίηση που έχει αντίστοιχα ο άντρας, μου φαίνεται ρηχή και ξεθυμασμένη.'


Φρανκ Βέντεκιντ, Το Ξύπνημα της Άνοιξης, μτφρ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. Νεφέλη


  'Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε. Το στράτευμα ξαποσταίνει, με το αριστερό πόδι βυθισμένο στα σάπια φύλλα. «Τσαπουρνιά» μού έρχεται ασυναίσθητα στο μυαλό — όχι το δέντρο αλλά η λέξη· η λέξη «τσαπουρνιά». Όμως, αντ’ αυτού, βλέπω πεταμένη παραδίπλα μια παλιά ρόδα ποδηλάτου χωρίς σαμπρέλα, με κόκκινες καρδιές ζωγραφισμένες ολόγυρα στο στεφάνι. Από τα ίχνη των τροχών στη στροφή φαίνεται ότι εδώ έχουν χάσει το δρόμο τους κάμποσοι οδηγοί. Στο δάσος περνώ μπροστά από ένα πανδοχείο, μεγάλο σαν στρατόπεδο. Το μάτι μου πέφτει σ’ έναν σκύλο, ένα τέρας, ένα μοσχάρι. Περιμένω να μου ορμήσει από στιγμή σε στιγμή, αλλά, για καλή μου τύχη, η πόρτα ανοίγει, και το θηρίο περνά το κατώφλι σιωπηλά και υπάκουα. Χαλίκια μπαίνουν στο πλάνο, ύστερα τρίζουν κάτω από τις σόλες μου· νωρίτερα είχα δει χωματουργικές εργασίες. Ανήλικα κορίτσια με μίνι φούστες ετοιμάζονται  να καθίσουν σε μηχανάκια ανηλίκων αγοριών. Αφήνω μια οικογένεια να περάσει από δίπλα μου· η κόρη τους λέγεται Έστερ. Ένα χωράφι με καλαμποκιές μες στον χειμώνα, αθέριστο και γκρίζο σαν στάχτη, με τα καλάμια να θροΐζουν, κι ας μην κουνιέται φύλλο. Ένα χωράφι που ονομάζεται θάνατος. Σήκωσα από χάμω ένα κομμάτι λευκό χειροποίητο χαρτί, ποτισμένο από την υγρασία, ανυπομονώντας να διαβάσω τι έγραφε στην άλλη πλευρά, που ήταν στραμμένη στη νοτισμένη γη. Ναι, εκεί θα έβρισκα γραμμένη την απάντηση. Τώρα που το χαρτί είναι άγραφο, δεν νιώθω καμία απογοήτευση.'

  'Οι γεωσκώληκες σέρνονται στην άσφαλτο πασχίζοντας να ξεφύγουν από τον παγετό. Είναι όλοι τους μακρόστενοι και λεπτοί σαν κορδόνι. Ένας δεντροτσοπανάκος χτυπά με το ράμφος του τον κορμό ενός δέντρου. Στάθηκα κάμποση ώρα και τον άκουγα να ραμφίζει, νιώθοντας το ρυθμικό σφυροκόπημα να γαληνεύει την ψυχή μου. Λίγο παρακάτω, στην καρδιά της απόλυτης ερημιάς, είδα μια αλεπού. Η άκρη της ουράς της είχε βαφτεί λευκή. Σβύπφλινγκεν — Μπιχαλφίνγκεν. Κάθομαι σε μια σκεπαστή στάση λεωφορείου. Παραδίπλα το σχολείο έχει διάλειμμα. Ένα παιδί ήρθε προς το μέρος μου, με καλημέρισε και το έβαλε στα πόδια. Ο ιερέας έχει μια καλή κουβέντα για μένα. Το σχολείο έχει καταπιεί τα παιδιά. Τα σπουργίτια ξεπαγώνουν στη στέγη, στάζοντας από την υγρασία. Ψηλά στον λόφο τα μήλα στα γυμνά κλαριά των δέντρων έχουν παγώσει.'


Βέρνερ Χέτσογκ, Οδοιπορία στον Πάγο: Μόναχο - Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Alloglotta

  'Τό ὅριο κάθε πόνου εἶναι ἕνας μεγαλύτερος πόνος.'

*

  'Ἀρχίζουμε νά γνωρίζουμε τί εἶναι ἡ μοναξιά ὅταν ἀκοῦμε τή σιωπή τῶν πραγμάτων. Καταλαβαίνουμε τότε τό μυστικό, τό θαμένο μέσα στήν πέτρα καί ξυπνημένο μέσα στό φυτό, τόν κρυμμένο ἥ ὁρατό ρυθμό ὁλόκληρης τῆς φύσης. Τό μυστήριο τῆς μοναξιᾶς ἀπορρέει ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχουν γι’ αὐτήν ἄψυχα πλάσματα. Κάθε πράγμα ἔχει τή γλώσσα του πού ἀποκρυπτογραφοῦμε χάρη σέ μοναδικές σιωπές.'

*

  'Ὅλες οἱ ἀποκλίσεις εἶναι ἐδῶ γιά νά μέ συγκρατήσουν.'

*

  'Τό μόνο ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς ἀθανασίας εἶναι ἡ πλήξη. Ἀπό ἐκεῖ ἀπορρέουν ἄλλωστε ὅλες οἱ ἀρνήσεις μας.'

*

  'Ὅλα εἶναι ἐπιπόλαια, ἀκόμη καί τό Ἔσχατο. Μόλις φθάσει κανείς ἐκεῖ, ντρέπεται γιά κάθε κεφαλαιώδη ἐρώτηση.'


Εμίλ Σιοράν, Για Δάκρυα και για Αγίους, μτφρ. Σοφία Μωραΐτη-Καπετσώνη, εκδ. Ευθύνη

  'Τί θά μποροῦσε ὅμως νά ρωτήσει κάποιος πού δυσανασχετεῖ μέ τήν παρούσα ζωή; Γιατί μᾶς δόθηκε τό σώμα καί στή θέση τίνος ἄλλου, ἄν ἀποδείχθηκε μέ τό λόγο ὅτι ἡ ζωή χωρίς αὐτό εἶναι καλύτερη; Πρός αὐτόν θ᾽ ἀπαντήσουμε ὅτι δέν εἶναι κι ἀπ᾽ αὐτά μικρό τό κέρδος πού παίρνουν, ὅσοι μποροῦν νά βλέπουν σ᾽ ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς φύσης. Γιατί εἶναι βέβαια μακάριος ἐκείνος ὁ ἀγγελικός βίος πού δέν ἔχει καθόλου ἀνάγκη τό σωματικό βάρος. Ὅμως καί ἡ παρούσα ζωή δέν εἶναι χωρίς σκοπό ὡς πρός αὐτό πού ἐλπίζουμε, πράγμα πού μποροῦμε νά δούμε στά φυτά· στά ὁποῖα ὁ καρπός, ἀφοῦ ἀρχίσει ἀπ᾽ τό ἄνθος, ἀπ᾽ αὐτό προχωράει γιά νά γίνει καρπός, ἔστω κι ἄν τό ἄνθος δέν εἶναι καρπός. Ἀλλά καί τά σιτηρά φυτρώνοντας ἀπ᾽ τά σπέρματα δέν φαίνονται ἀμέσως στά στάχυα, ἀλλά τό φύτρο πρῶτα γίνεται χόρτο, ὕστερα ἀπ᾽ αὐτό σχηματίζεται καλαμιά, ἀφοῦ φθαρεῖ τό χόρτο κι ἔτσι ὡριμάζει ψηλά στό στάχυ ὁ καρπός. Ὅμως ὁ γεωργός δέν κατηγορεῖ τήν ἀναγκαία αὐτή περίοδο καί ἀκολουθία, ρωτώντας γιατί πρίν ἀπ᾽ τόν καρπό γίνεται τό ἄνθος, ἤ γιά ποιό λόγο βγαίνει πρῶτα τό χόρτο ἀπ᾽ τό σπόρο, ἀφοῦ καί τό ἄνθος φυλλορροεῖ καί τό χόρτο ξεραίνεται καί πάει χαμένο χωρίς νά συμβάλλει στή διατροφή τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί γνωρίζει ὅποιος παρακολουθεῖ τά θαυμάσια τῆς φύσης, ὅτι δέν ἦταν δυνατό μέ διαφορετικό τρόπο νά ὡριμάσει ὁ καρπός ἀπ᾽ τό σπόρο καί τό χόρτο, ἄν δἐν προετοιμάσει τό δρόμο γιά τήν ὡρίμανσή του αὐτή τή τεχνική ἀκολουθία. Ἐπειδή δηλαδή δέν συντελεῖ στήν ἀπόλαυσή μας τό χόρτο πού βλασταίνει πρῶτο ἀπ᾽ τό σπόρο, δέν σημαίνει ὅτι γιά τό λόγο αὐτό εἶναι περιττό κι ἀνώφελο αὐτό που γίνεται. Γιατί ὅποιος χρειάζεται τήν τροφή ἀποβλέπει στήν ἐξυπηρέτησή του· ὁ σκοπός ὅμως τῆς φύσης δέν ἀποβλέπει σέ κάτι ἄλλο, ἀλλά στό πῶς νά προωθήσει τήν καρποφορία στό ὡρίμασμα μέ τήν καθαγιασμένη σειρά.'

Γρηγόριος Νύσσης, 'Γιατί το Πένθος στη Ζωή Μας', Τα Μετά Θάνατων, μτφρ. Ευάγγελος Π. Λέκκος, εκδ. Λύχνος

  'ΞΕΝΟΣ. [...] ἑπόμενον δὲ οἶμαι τού­τῳ τὴν μὲν ὀρθὴν ἀρχὴν περὶ ἕνα τινὰ καὶ δύο καὶ παντάπασιν ὀλίγους δεῖ ζητεῖν, ὅταν ὀρθή γίγνηται.
   ΝΕΟΤΕΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Τί μήν;
   ΞΕ. Τούτους δέ γε, ἐάντε ἐκόντων ἄντ’ ἀκόντων ἄρχωσιν, ἐάντε κατὰ γράμματα ἐάντε ἄνευ γραμμάτων, καὶ ἐάν πλουτοῦντες ἤ πενόμενοι, νομιστέον, ὥσπερ νῦν ἡγού­μεθα, κατὰ τέχνην ἡντινοῦν ἀρχὴν ἄρχοντας. τοὺς ἰατροὺς δὲ οὐχ ἥκιστα νενομίκαμεν, ἐάντε ἑκόντας ἐάντε ἄκοντας ἡμᾶς ἰῶνται, τέμνοντες ἤ κάοντες ή τίνα ἄλλην ἀλγηδόνα προσάπτοντες, καὶ ἐὰν κατὰ γράμματα ἤ χωρὶς γραμμάτων, καὶ ἐὰν πένητες ὄντες ἤ πλούσιοι, πάντως οὐδὲν ἧττον ἰατρούς φαμεν, ἕωσπερ ἄν ἐπιστατοῦντες τέχνῃ, καθαίροντες εἴτε ἄλλως ἰσχναίνοντες εἴτε καὶ αὐξάνοντες, ἄν μόνον ἐπ’ ἀγαθῷ τῷ τῶν σωμάτων, βελτίω ποιοῦντες ἐκ χειρόνων, σῴζωσιν οἱ θεραπεύοντες ἕκαστοι τὰ θεραπευόμενα· ταύτῃ θήσομεν, ὡς οἶμαι, καὶ οὐκ ἄλλῃ, τοῦτον ὄρον ὀρθὸν εἶναι μόνον ἰατρικῆς καὶ ἄλλης ἡστινοσοῦν ἀρχῆς.
   NE. ΣΩ. Κομιδή μέν οϋν.
   ΞΕ. Ἀναγκαῖον δὴ καὶ πολιτειῶν, ὡς ἔοικε, ταύτην ὄρθὴν διαφερόντως εἶναι καὶ μόνην πολιτείαν, ἐν ᾗ τις ἄν εὐρίσκοι τοὺς ἄρχοντας ἀληθῶς ἐπιστήμονας καὶ οὐ δοκοῦντας μόνον, ἐάντε κατὰ νόμους ἐάντε ἅνευ νόμων ἄρχωσι, καὶ ἑκόντων ἤ ἀκόντων, καὶ πενόμενοι ἤ πλοντοῦντες, τούτων ὑπολογιστέον οὐδὲν οὐδαμῶς εἶναι κατ’ οὐδεμίαν ὀρθότητα.
   NE. ΣΩ. Καλῶς.
   ΞΕ. Και ἐάντε γε ὰποκτεινύντες τινὰς ἢ καὶ ἐκβάλλοντες καθαίρωσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τὴν πόλιν, εἴτε καὶ ἀποικίας οἱον σμήνη μελιττῶν ἐκπέμποντές ποι σμικροτέραν ποιῶσιν, ἤ τινας ἐπεισαγόμενοί ποθεν ἄλλους ἔξωθεν πολίτας ποιοῦντες αὐτὴν αὔξωσιν, ἕωσπερ ἄν ἐπιστήμη καὶ τῷ δικαίῳ προσχρώμενοι σῷζοντες ἐκ χείρονος βελτίω ποιῶσι κατὰ δύναμιν, ταύτην τότε καὶ κατὰ τοὺς τοιούτους ὅρους ἡμῖν μόνην ὀρθὴν πολιτείαν εἶναι ῥητέον· ὅσας δ’ ἄλλας λέγομεν, οὐ γνησίας οὐδ’ ὄντως οὔσας λεκτέον, ἀλλά μεμιμημένας ταύτην, ἄς μὲν ὡς εὐνόμους λέγομεν, ἐπὶ τὰ καλλίω, τὰς δὲ ἄλλας ἐπὶ τὰ αἰσχίονα [μεμιμῆσθαι].
   NE. ΣΩ. Τὰ μὲν ἄλλα, ὦ ξένε, μετρίως ἔοικεν εἰρῆσθαι· τὸ δὲ καὶ ἄνευ νόμων δεῖν ἄρχειν χαλεπώτερον ἀκούειν ἐρρήθη.
   ΞΕ. Μικρόν γε ἔφθης με ἐρόμενος, ὦ Σώκρατες. ἔμελλον γάρ σε διερωτήσειν ταῦτα πότερον ἀποδέχῃ πάντα, ἤ τι καὶ δυσχεραίνεις τῶν λεχθέντων· νῦν δ’ ἤδη φανερόν ὅτι τοῦτο βουλησόμεθα τὸ περὶ τῆς τῶν ἄνευ νόμων ἀρχόντων ὀρθότητος διελθεῖν ἡμᾶς.
   NE. ΣΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
   ΞΕ. Τρόπον τινὰ μέντοι δῆλον ὅτι τῆς βασιλικῆς ἐστιν ἡ νομοθετική· τὸ δ’ ἄριστον οὐ τοὺς νόμους ἐστίν ἰσχύειν ἀλλ’ ἄνδρα τὸν μετὰ φρονήσεως βασιλικόν. οἶσθ’ ὅπῃ;
   NE. ΣΩ. Πῇ δὴ λέγεις;
   ΞΕ. Ὅτι νόμος οὐκ ἄν ποτε δύναιτο τό τε ἄριστον καὶ τὸ δικαιότατον ἀκριβῶς πᾶσιν ἅμα περιλαβὼν τὸ βέλτιστον ἐπιτάττειν· αἱ γὰρ ἀνομοιότητες τῶν τε ἀνθρώπων καὶ τῶν πράξεων καὶ τὸ μηδέποτε μηδὲν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἡσυχίαν ἄγειν τῶν ἀνθρωπίνων οὐδὲν ἐῳσιν ἁπλοῦν ἐν οὐδενὶ περὶ ἁπάντων καὶ ἐπὶ πάντα τὸν χρόνον ἀποφαίνεσθαι τέχνην οὐδ’ ἡντινοῦν. ταῦτα δὴ συγχωροῦμέν που;
   NE. ΣΩ. Τί μήν;
   ΞΕ. Τὸν δέ γε νόμον ὁρῶμεν σχεδὸν ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο συντείνοντα, ὥσπερ τινὰ ἄνθρωπον αὐθάδη καὶ ἀμαθῆ καὶ μηδένα μηδέν ἐῶντα ποιεῖν παρὰ τὴν ἑαυτοῦ τάξιν, μηδ’ ἐπερωτᾶν μηδένα, μηδ’ ἄν τι νέον ἄρα τῳ συμβαίνῃ βέλτιον παρὰ τὸν λόγον ὅν αὐτὸς ἐπέταξεν.
   NE. ΣΩ. Ἀληθῆ· ποιεῖ γὰρ ἀτεχνῶς καθάπερ εἴρηκας νῦν ὁ νόμος ἡμῖν ἑκάστοις.
   ΞΕ. Οὐκοῦν ἀδύνατον εὖ ἔχειν πρὸς τὰ μηδέποτε ἁπλᾶ τὸ διὰ παντὸς γιγνόμενον ἁπλοῦν;
   NE. ΣΩ. Κινδυνεύει.
   ΞΕ. Διὰ τί δή ποτ’ οὖν ἀναγκαῖον νομοθετεῖν, ἐπειδήπερ οὐκ ὀρθότατον ὁ νόμος; ἀνευρετέον τούτου τὴν αἰτίαν.
   NE ΣΩ. Τί μήν;
   ΞΕ. Οὐκοῦν καὶ παρ’ ὑμῖν εἰσί τινες οἷαι καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσιν ἁθρόων ἀνθρώπων ἀσκήσεις, εἴτε πρὸς δρόμον εἴτε πρὸς ἄλλο τι, φιλονικίας ἕνεκα;
   NE. ΣΩ. Καὶ πάνυ γε πολλαί.
   ΞΕ. Φέρε νῦν ἀναλάβωμεν πάλιν μνήμῃ τάς τῶν τέχνῃ: γυμναζόντων ἐπιτάξεις ἐν ταῖς τοιαύταις ἀρχαῖς.
   NE. ΣΩ. Τὸ ποῖον;
   ΞΕ. Ὅτι λεπτουργεῖν οὐκ ἐγχωρεῖν ἠγοῦνται καθ’ ἕνα ἕκαστον, τῷ σώματι τὸ προσῆκον ἑκάστῳ προστάττοντες, ἀλλὰ παχύτερον οἴονται δεῖν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἐπὶ πολλοὺς τὴν τοῦ λυσιτελοῦντος τοῖς σώμασι ποιεῖσθαι τάξιν.
   NE. ΣΩ. Καλῶς.
   ΞΕ. Διὸ δή γε καὶ ἴσους πόνους νῦν διδόντες ἁθρόοις ἅμα μὲν ἐξορμῶσιν, ἅμα δὲ καὶ δρόμον καὰ πάλης καὶ πάντων τῶν κατὰ τὰ σώματα πόνων.
   NE. ΣΩ. Ἔστι ταῦτα.
   ΞΕ. Καὶ τὸν νομοθέτην τοίνυν ἡγώμεθα, τὸν ταῖσιν ἀγέλαις ἐπιστατήσοντα τοῦ δικαίου πέρι καὶ τῶν πρὸς ἀλλήλους συμβολαίων, μή ποθ’ ἱκανὸν γενήσεσθαι πᾶσιν ἁθρόοις προστάττοντα ἀκριβῶς ἑνί ἑκάστῳ τὸ προσῆκον ἀποδιδόναι.
   NE. ΣΩ. Τὸ γοῦν εἰκός.
   ΞΕ. Ἀλλὰ τὸ τοῖς πολλοῖς γε οἶμαι καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καί πως οὑτωσὶ παχυτέρως ἑκάστοις τὸν νόμον θήσει, καὶ ἐν γράμμασιν ἀποδιδοὺς καὰ ἐν ἀγραμμάτοις, πατρίοις δὲ ἔθεσι νομοθετῶν.
   NE. ΣΩ. Ὀρθῶς.
   ΞΕ. Ὀρθῶς μέντοι. πῶς γὰρ ἄν τις ἱκανὸς γένοιτ’ ἄν ποτε, ὦ Σώκρατες, ὥστε διὰ βίου ἀεὶ παρακαθήμενος ἑκάστῳ δι’ ἀκριβείας προστάττειν τὸ προσῆκον; ἐπεὶ τοῦτ’ ἄν δυνατὸς ὤν, ὡς οἶμαι, τῶν τὴν βασιλικὴν ὁστισοῦν ὄντως ἐπιστήμην εἰληφότων σχολῇ ποτ’ ἄν ἑαυτῷ θειτ’ ἐμποδίσματα γράφων τοὺς λεχθέντας τούτους νόμους.
   NE. ΣΩ. Ἐκ τῶν νῦν γοῦν, ὦ ξένε, είρημένων.
   ΞΕ. Μᾶλλον δέ γε, ὦ βέλτιστε, ἐκ τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι.
   NE. ΣΩ. Τίνων δή;
   ΞΕ. Τῶν τοιῶνδε. εἴπωμεν γάρ δὴ πρὸς γε ἡμᾶς αὐτοὺς ἱατρόν μέλλοντα ἤ καί τίνα γυμναστικόν ἀποδημεῖν καὶ ἀπέσεσθαι τῶν θεραπευομένων συχνόν, ὡς οἴοιτο χρόνον, μὴ μνημονεύσειν οίηθέντα τὰ προσταχθέντα τοὺς γυμναζομένους ἤ τοὺς κάμνοντας, ὑπομνήματα γράφειν ἄν ἐθέλειν αὐτοῖς, ἤ πῶς;
   NE. ΣΩ. Οὔτως.
   ΞΕ. Τί δ’ εἰ παρὰ δόξαν ἐλάττω χρόνον ἀποδημήσας ἔλθοι πάλιν; ἄρ’ οὐκ ἄν παρ’ ἐκεῖνα τὰ γράμματα τολμήσειεν ἄλλ’ ὑποθέσθαι, συμβαινόντων ἄλλων βελτιόνων τοῖς κάμνουσι διὰ πνεύματα ἤ τι καὶ ἄλλο παρὰ τὴν ἐλπίδα τῶν ἐκ Διὸς ἑτέρως πως τῶν εὶωθότων γενόμενα, καρτερῶν δ’ ἄν ἡγοῖτο δεῖν μὴ ἐκβαίνειν τἀρχαῖά ποτε νομοθετηθέντα μήτε αὐτὸν προστάττοντα ἄλλα μήτε τὸν κάμνοντα ἕτερα τολμῶντα παρὰ τὰ γραφέντα δρᾶν, ὡς ταῦτα ὄντα ἰατρικά καὶ ὑγιεινά, τὰ δὲ ἑτέρως γιγνόμενα νοσώδη τε καὶ οὐκ ἔντεχνα· ἤ πᾶν τὸ τοιοῦτον ἔν γε ἐπιστήμῃ συμβαῖνον καὶ ἀληθεῖ τέχνῃ περὶ ἅπαντα παντάπασι γέλως ἄν ὁ μέγιστος γίγνοιτο τῶν τοιούτων νομοθετημάτων;
   NE. ΣΩ. Παντάπασι μὲν οὖν.
    ΞΕ. Τῷ δὲ τὰ δίκαια δή καὶ ἄδικα καὶ καλὰ καὶ αἰσχρὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ κακὰ γράψαντι καὶ ἄγραφα νομοθετήσαντι ταῖς τῶν ἀνθρώπων ἀγέλαις, ὁπόσαι κατὰ πόλιν ἐν ἑκάσταις νομεύονται κατὰ τοὺς τῶν γραψάντων νόμους, ἄν ὁ μετά τέχνης γράψας ἤ τις ἕτερος ὅμοιος ἀφίκηται, μὴ ἐξέστω δὴ παρὰ ταῦτα ἕτερα προστάττειν; ἤ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόρρημα οὐδὲν ἦττον ἄν ἐκείνου τῇ ἀληθείᾳ γελοῖον φαίνοιτο;
   NE. ΣΩ. Τὶ μήν;
   ΞΕ. Οἴσθ’ οὖν ἐπὶ τῷ τοιούτῳ λόγον τὸν παρὰ τῶν πολλῶν λεγόμενον;
   NE. ΣΩ. Οὐκ ἐννοῶ νῦν γ’ οὕτως.
   ΞΕ. Καὶ μὴν εὐπρεπής. φασὶ γὰρ δὴ δεῖν, εἴ τις γιγνώσκει παρὰ τοὺς τῶν ἔμπροσθεν βελτίους νόμους, νομοθετεῖν τὴν ἑαυτοῦ πόλιν ἕκαστον πείσαντα, ἄλλως δέ μή.
   NE. ΣΩ. Τί οὖν; οὐκ ὀρθῶς;
   ΞΕ. Ἴσως. ἄν δ’ οὖν μὴ πείθων τις βιάζηται τὸ βέλτιον, ἀπόκριναι, τί τοὔνομα τῆς βίας ἔσται; μὴ μέντοι πω, περὶ δὲ τῶν ἔμπροσθεν πρότερον.
   NE. ΣΩ. Ποῖον δὴ λέγεις;
   ΞΕ. Ἄν τις ἄρα μὴ πείθων τὸν ἰατρευόμενον, ἔχων δὲ ὀρθῶς τὴν τέχνην, παρὰ τὰ γεγραμμένα τὸ βέλτιον ἀναγκάζῃ δρᾶν παῖδα ἤ τινα ἄνδρα ἤ καὶ γυναῖκα, τί τοὔνομα τῆς βίας ἔσται ταύτης; ἆρ’ οὐ πᾶν μᾶλλον ἤ τὸ παρὰ τὴν τέχνην λεγόμενον ἁμάρτημα τὸ νοσῶδες; καὶ πάντα ὀρθῶς εἰπεῖν ἔστι πρότερον τῷ βιασθέντι περὶ τὸ τοιοῦτον πλὴν ὅτι νοσώδη καὶ ἄτεχνα πέπονθεν ὑπὸ τῶν βιασαμένων ἰατρῶν;
   NE. ΣΩ. Ἀληθέστατα λέγεις.
   ΞΕ. Τί δέ ἡμῖν δὴ τὸ παρὰ τὴν πολιτικὴν τέχνην ἁμάρ­τημα λεγόμενόν ἐστιν; ἄρ’ οὐ τὸ αἰσχρόν καὶ [τὸ] κακὸν καὶ ἄδικον;
   NE. ΣΩ. Παντάπασί γε.
   ΞΕ. Τῶν δὴ βιασθέντων παρὰ τὰ γεγραμμένα καὶ πάτρια δρᾶν ἕτερα δικαιότερα καὶ ἀμείνω καὶ καλλίω τῶν ἔμπροσθεν, φέρε, τὸν τῶν τοιούτων αὖ ψόγον περὶ τῆς τοιαύ­της βίας, ἆρ’, εἰ μέλλει μὴ καταγελαστότατος εἶναι πάντων, πάντ’ αὐτῷ μᾶλλον λεκτέον ἑκάστοτε πλὴν ὡς αἰσχρὰ καὶ ἄδικα καὶ κακὰ πεπόνθασιν οἱ βιασθέντες ὑπὸ τῶν βιασαμένων;
   NE. ΣΩ. Ἀληθέστατα λέγεις.
   ΞΕ. Ἀλλ’ ἆρα ἐὰν μὲν πλούσιος ὁ βιασάμενος ᾖ, δίκαια, ἄν δ’ ἄρα πένης, ἄδικα τὰ βιασθέντα ἐστίν; ἤ κἄν πείσας κἄν μὴ πείσας τις, πλούσιος ἤ πένης, ἤ κατὰ γράμματα ἤ παρὰ γράμματα, δρᾷ [μὴ σύμφορα ἤ] σύμφορα, τοῦτον δεῖ καὶ περὶ ταῦτα τὸν ὅρον εἶναι τόν γε ἀληθινώτατον ὀρθῆς πόλεως διοικήσεως, ὅν ὁ σοφὸς καὶ ἀγαθὸς ἀνὴρ διοικήσει τὸ τῶν ἀρχομένων; ὥσπερ ὁ κυβερνήτης τὸ τῆς νεὼς καὶ ναυτῶν ἀεὶ συμφέρον παραφυλλάττων, οὐ γράμματα τιθείς ἀλλὰ τὴν τέχνην νόμον παρεχόμενος, σῲζει τοὺς συνναύτας, οὕτω καὰ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦτον παρὰ τῶν οὕτως ἄρχειν δυναμένων ὀρθὴ γίγνοιτ’ ἄν πολιτεία, τὴν τῆς τέχνης ῥώμην τῶν νόμων παρεχομένων κρείττω; καὶ πάντα ποιοῦσι τοῖς ἔμφροσιν ἄρχουσιν οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα, μέχριπερ ἀν μέγα φυλάττωσι, τὸ μετὰ νοῦ καὶ τέχνης δικαιότατον ἀεὶ διανέμοντες τοῖς ἐν τῇ πόλει σῳζειν τε αὐτοὺς οἷοί τε ὦσιν καὶ ἀμείνους ἐκ χειρόνων ἀποτελεῖν κατὰ τὸ δυνατόν;
   NE. ΣΩ. Οὐκ ἔστ’ ἀντειπεῖν παρά γε ἅ νῦν εἴρηται.
   ΞΕ. Καὶ μὴν πρὸς ἐκεῖνα οὐδὲ ἀντιρρητέον.
   NE. ΣΩ. Τὰ ποῖα εἶπες;
   ΞΕ. Ὡς οὐκ ἄν ποτε πλῆθος οὐδ’ ὡντινωνοῦν τὴν τοιαύτην λαβὸν ἐπιστήμην οἷόν τ’ ἄν γένοιτο μετὰ νοῦ διοικεῖν πόλιν, ἄλλὰ περὶ σμικρόν τι καὶ ὀλίγον καὶ τὸ ἕν ἐστι ζητητέον τὴν μίαν ἐκείνην πολιτείαν τὴν ὀρθήν, τὰς δ’ ἄλλας μιμήματα θετέον, ὥσπερ καὶ ὀλίγον πρότερον ἐρρήθη, τὰς μὲν ἐπὶ τὰ καλλίονα, τὰς δ’ ἐπὶ τὰ αἰσχίω μιμούμενας ταύτην.
   NE. ΣΩ. Πῶς τί τοῦτ’ εἴρηκας; ουδὲ γὰρ ἄρτι δῆθεν κατέμαθον τὸ περὶ τῶν μιμημάτων.
   ΞΕ. Καὶ μὴν οὐ φαῦλόν γε, ἄν κινήσας τις τοῦτον τὸν λόγον αὐτοῦ καταβάλῃ καὶ μὴ διελθὼν ἐνδείξηται τὸ νῦν γιγνόμενον ἁμάρτημα περὶ αὐτό.
   NE. ΣΩ. Ποῖον δή;
   ΞΕ. Τοιόνδε τι δεῖ γε ζητεῖν, οὐ πάνυ σύνηθες οὐδὲ ῥᾲδιον ἰδεῖν· ὅμως μὴν πειρώμεθα λαβεῖν αὐτό. φέρε γάρ· ὀρθῆς ἡμῖν μόνης οὔσης ταύτης τῆς πολιτείας ἥν εἰρήκαμεν, οἶσθ’ ὅτι τὰς ἄλλας δεῖ τοῖς ταύτης συγγράμμασι χρωμένας οὕτω σῲζεσθαι, δρώσας τὸ νῦν ἐπαινούμενον, καίπερ οὐκ ὀρθότατον ὄν;
   NE. ΣΩ. Τὸ ποῖον;
   ΞΕ. Τὸ παρὰ τοὺς νόμονς μηδὲν μηδένα τολμᾶν ποιεῖν τῶν ἐν τῇ πόλει, τὸν τολμῶντα δὲ θανάτῳ ζημιοῦσθαι καὶ πᾶσι τοῖς ἐσχάτοις. καὶ τοῦτ’ ἔστιν ὀρθότατα καὶ κάλλιστ’ ἔχον ὡς δεύτερον, ἐπειδὰν τὸ πρῶτόν τις μεταθῇ τὸ νυνδὴ ῥηθέν [...]'

*

  'ΞΕΝΟΣ: […] Κατά συνέπεια, νομίζω, την ορθή διακυβέρνηση πρέπει να την αναζητούμε σε έναν μόνο ή σε δύο ή σε πολύ λίγους, όταν είναι σωστή.
   ΝΕΟΤΕΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και βέβαια.
   ΞΕ. Αυτούς όμως, είτε κυβερνούν με τη θέληση των υπηκόων τους είτε όχι, είτε σύμφωνα με γραπτούς νόμους είτε όχι, είτε είναι πλούσιοι είτε φτωχοί, πρέπει να τους θεωρούμε, όπως και τώρα κάνουμε, άρχοντες, όποια εξουσία κι αν ασκούν με τέχνη. Αλλά και τους γιατρούς τους θεωρούμε το ίδιο γιατρούς, είτε μας θεραπεύουν με τη θέλησή μας είτε χωρίς να θέλουμε, κάνοντας εγχειρήσεις καυτηριάζοντας ή εφαρμόζοντας κάποια άλλη επώδυνη θεραπεία, είτε ακολουθούν γραπτές οδηγίες είτε όχι, είτε είναι φτωχοί είτε πλούσιοι·ωστόσο τους αποκαλούμε οπωσδήποτε γιατρούς, εφόσον καθοδηγούν σύμφωνα με την ιατρική τέχνη, παρέχοντας καθαρτικά ή μειώνοντας το βάρος μας με άλλο τρόπο ή και αυξάνοντάς το με μόνο σκοπό το καλό του σώματος, βελτιώνοντας την κατάστασή του, και εφόσον όλοι οι θεράποντες διαφυλάσσουν την υγεία των θεραπευομένων. Με αυτό τον τρόπο και με κανέναν άλλο, νομίζω, θα θεωρήσουμε ότι αυτός είναι ο σωστός ορισμός της ιατρικής και οποιασδήποτε άλλης εξουσίας.
   ΝΕ. ΣΩ. Βεβαιότατα.
   ΞΕ. Αναγκαστικά λοιπόν και από τα πολιτεύματα, καθώς φαίνεται, εκείνο είναι αποκλειστικά και μόνο ορθό, στο οποίο θα μπορεί καθένας να βρει τους άρχοντες πραγματικούς και όχι μόνο φαινομενικούς επιστήμονες, είτε κυβερνούν με νόμους είτε χωρίς νόμους, με τη θέληση των πολιτών ή παρά τη θέλησή τους, είτε είναι φτωχοί είτε πλούσιοι·τίποτε αυτά δεν πρέπει να υπολογίζουμε καθόλου κατά την εκτίμηση της ορθότητας του πολιτεύματος.
   ΝΕ. ΣΩ. Σωστά.
   ΞΕ. Και αν ακόμα φονεύοντας μερικούς ή και εξορίζοντάς τους εξυγιαίνουν την πόλη για το καλό της, είτε την κάνουν μικρότερη στέλνοντας κάπου αποικίες σαν σμήνη μελισσών ή την αυξάνουν φέρνοντας από κάπου έξω άλλους και κάνοντάς τους πολίτες, εφόσον, χρησιμοποιώντας την επιστήμη και τη δικαιοσύνη, τη διασώζουν και από χειρότερη την κάνουν καλύτερη όσο είναι δυνατόν, τότε και με αυτές τις συνθήκες πρέπει να πούμε ότι το πολίτευμα είναι σωστό. Όλα τα άλλα που λέμε δεν πρέπει να τα αποκαλέσουμε γνήσια ούτε πραγματικά, αλλά να πούμε ότι έχουν μιμηθεί αυτό·όσα έχουν ευνομία έχουν μιμηθεί τα καλύτερα στοιχεία του, ενώ τα άλλα χειρότερά του.
   ΝΕ. ΣΩ. Τα υπόλοιπα, ξένε, μου φαίνεται ότι ειπώθηκαν σωστά·αλλά ότι και χωρίς νόμους πρέπει κανείς να κυβερνά, είναι κάπως δυσάρεστο να το ακούει κάποιος.
   ΞΕ. Μόλις που πρόλαβες να με ρωτήσεις, Σωκράτη. Γιατί σκόπευα να σε ρωτήσω πρώτα αν αποδέχεσαι όλα αυτά ή μήπως δυσαρεστήθηκες με κάποιο από τα λεγόμενα·τώρα πια είναι φανερό ότι θα θελήσουμε να εξετάσουμε διεξοδικά το θέμα της ορθότητας της διακυβέρνησης χωρίς νόμους.
   ΝΕ. ΣΩ. Βέβαια.
   ΞΕ. Είναι φανερό λοιπόν πως η νομοθεσία είναι κατά κάποιο τρόπο έργο του βασιλιά· ωστόσο το καλύτερο δεν είναι να έχουν ισχύ νόμοι αλλά ο βασιλιάς ο προικισμένος με φρόνηση. Ξέρεις γιατί;
   ΝΕ. ΣΩ. Γιατί;
   ΞΕ. Διότι δεν θα μπορούσε ποτέ ο νόμος να συμπεριλάβει το καλύτερο και ταυτόχρονα το δικαιότερο για όλους με ακρίβεια, έτσι ώστε να εκδίδει τις πιο ωφέλιμες διαταγές·γιατί οι διαφορές των ανθρώπων και των πράξεων και το γεγονός ότι κανένα από τα ανθρώπινα πράγματα, θα μπορούσε να πει κανείς, δε μένει ήσυχο, δεν επιτρέπουν καθόλου σε μια οποιαδήποτε τέχνη να βγάζει για ένα ζήτημα κάποιο απλό κανόνα που να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις και για πάντα. Συμφωνούμε σ’ αυτά φαντάζομαι.
   ΝΕ. ΣΩ. Και βέβαια.
   ΞΕ. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο νόμος τείνει σχεδόν σε τούτο ακριβώς, όπως κάποιος άνθρωπος αυθάδης και αμαθής που δεν επιτρέπει σε κανένα να κάνει κάτι εναντίον των διαταραχών του και ούτε να τον ρωτά κανείς, ακόμα κι αν παρουσιάζεται σε μια περίπτωση κάποια καλύτερη κατάσταση αντίθετα με τις διαταγές που ο ίδιος έδωσε.
   ΝΕ. ΣΩ. Αλήθεια· γιατί ο νόμος ενεργεί για τον καθένα από μας ακριβώς όπως είπε τώρα.
   ΞΕ. Είναι λοιπόν αδύνατο εκείνο το οποίο παραμένει πάντοτε απόλυτο να προσαρμόζεται σε κείνα που δεν ήταν ποτέ απόλυτα;
   ΝΕ. ΣΩ. Σχεδόν.
   ΞΕ. Γιατί λοιπόν είναι αναγκαίο να νομοθετούν, αφού ο νόμος δεν είναι κάτι το απόλυτα σωστό; Πρέπει να βρούμε την αιτία γι’ αυτό.
   ΝΕ. ΣΩ. Συμφωνώ.
   ΞΕ. Υπάρχουν λοιπόν και σε σας όπως και στις άλλες πόλεις κάποιες ασκήσεις για όλους μαζί τους ανθρώπους είτε για τον αγώνα δρόμου είτε για κάτι άλλο, που έχουν σκοπό την άμιλλα;
   ΝΕ. ΣΩ. Και μάλιστα πολλές.
   ΞΕ. Ας επαναφέρουμε λοιπόν τώρα στη μνήμη μας τις οδηγίες των γυμναστών σύμφωνα με αυτές τις αρχές.
   ΝΕ. ΣΩ. Ποιες οδηγίες;
   ΞΕ. Νομίζουν ότι δεν επιτρέπεται να εισέρχονται σε λεπτομέρειες για την καθεμία περίπτωση, διατυπώνοντας τα παραγγέλματα που ταιριάζουν στον κάθε άνθρωπο, αλλά πιστεύουν ότι πρέπει σε γενικές γραμμές για τις περισσότερες περιπτώσεις και τους περισσότερους να εκδίδουν παραγγέλματα που ωφελούν τα σώματα.
   ΝΕ. ΣΩ. Σωστά.
   ΞΕ. Γι’ αυτό βέβαια επιβάλλουν σε όλους μαζί τους ίδιους κόπους και τους κάνουν συγχρόνως να αρχίζουν και συγχρόνως να σταματούν το τρέξιμο, την πάλη και όλες τις σωματικές ασκήσεις.
   ΝΕ. ΣΩ. Έτσι είναι.
   ΞΕ. Ας θεωρήσουμε λοιπόν ότι ο νομοθέτης, που θα καθορίσει τις υποχρεώσεις των υπηκόων του απέναντι στη δικαιοσύνη και στις μεταξύ τους συναλλαγές, δεν θα γίνει ποτέ ικανός, εκδίδοντας διαταγές για όλους μαζί, να εφαρμόσει για το κάθε άτομο τον συγκεκριμένο κανόνα που του ταιριάζει.
   ΝΕ. ΣΩ. Φυσικά.
   ΞΕ. Αντίθετα, νομίζω, θα θεσπίσει νόμο ο οποίος θα ταιριάζει στους πολλούς για τις περισσότερες περιπτώσεις και κατά κάποιο τρόπο σε γενικές γραμμές για τον καθένα, φτιάχνοντας γραπτούς νόμους ή χωρίς να τους γράφει, δίνοντας ισχύ νόμου στα πατροπαράδοτα έθιμα.
   ΝΕ. ΣΩ. Σωστά.
   ΞΕ. Και βέβαια σωστά. Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ, Σωκράτη, να γίνει κάποιος ικανός ώστε να κάθεται συνέχεια σε όλη του τη ζωή δίπλα στον καθένα και να του καθορίζει με ακρίβεια τι πρέπει να κάνει; Γιατί, κατά τη γνώμη μου, αν κάποιος από αυτούς που κατέχουν πράγματι τη βασιλική επιστήμη ήταν ικανός σε αυτό, δεν θα εμποδιζόταν ποτέ να γράφει τους νόμους που είπαμε.
   ΝΕ. ΣΩ. Και βέβαια, ξένε, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα έχουμε πει.
   ΞΕ. Και ακόμα περισσότερο , φίλε μου, σύμφωνα με όσα πρόκειται να πούμε.
   ΝΕ. ΣΩ. Τι δηλαδή;
   ΞΕ. Τα ακόλουθα. Ας αναρωτηθούμε εμείς οι ίδιοι, αν κάποιος γιατρός ή κάποιος δάσκαλος της γυμναστικής επρόκειτο να φύγει από την πόλη και να απομακρυνθεί πολύ καιρό, όπως νομίζει, από τα άτομα που φρονίζει, αν πίστευε ότι οι μαθητές του ή οι άρρωστοι δεν θα θυμούνται τις εντολές του, θα ήθελε να τους αφήσει γραπτές παραγγελίες ή τι άλο θα έκανε;
   ΝΕ. ΣΩ. Έτσι θα έκανε.
   ΞΕ. Και τι θα έκανε, αν έλειπε λιγότερο καιρό απ’  ό,τι φανταζόταν και ξαναγυρνούσε; Δεν θα τολμούσε άραγε να δώσει άλλες εντολές αντίθετες με εκείνες τις γραπτές παραγγελίες, αν συνέβαιναν άλλες ευνοϊκότερες περιστάσεις στους αρρώστους εξαιτίας των ανέμων ή εξαιτίας κάποιας άλλης ανέλπτιστης μεταβολής προερχόμενης από τον Δία, που συνέβη κατά κάποιο τρόπο διαφορετικό από το συνηθισμένο; Αντίθετα θα επέμενε, θα νόμιζε ότι πρέπει να μην παραβαίνουν τις παλιές εντολές που έδωσε κάποτε, ούτε και αυτός ο ίδιος να δίνει άλλες οδηγίες ούτε και ο πάσχων να τολμά αλλά διαφορετικά από τις γραπτές εντολές, με την ιδέα ότι αυτές οι εντολές είναι σύμφωνες με την ιατρική και κατάλληλες για την υγεία είναι σύμφωνες με την ιατρική και κατάλληλες για την υγεία, ενώ όλες οι άλλες διαταγές βλάπτουν και δεν είναι σύμφωνες με την ιατρική επιστήμη; Ή μήπως κάθε τέτοια συμπεριφορά, αν συνέβαινε στην περίπτωση της επιστήμης και της πραγματικής τέχνης, θα προκαλούσε σε κάθε περίπτωση πολύ γέλιο για τέτοια νομοθετήματα;
   ΝΕ. ΣΩ. Και βέβαια.
   ΞΕ. Αλλά σε κείνον που έγραψε νόμους δίκαιους και άδικους, καλούς και αισχρούς, αγαθούς και κακούς και θέσπισε νόμους άγραφους για τις αγέλες των ανθρώπων, όσες ζουν σε κάθε πολη σύμφωνα με τους νόμους εκείνων που τους έγραψαν, δεν πρέπει να επιτρέπεται, αν έλθει ο επιστήμονας νομοθέτης ή κάποιος παρόμοιος, να εκδίδει αυτός άλλα παραγγέλματα διαφορετικά από τα πρώτα; Ή μήπως η απαγόρευση στην περίπτωση αυτή θα φαινόταν πραγματικά το ίδιο γελοία όπως και στην προηγούμενη περίπτωση;
   ΝΕ. ΣΩ. Και βέβαια.
   ΞΕ. Γνωρίζεις λοιπόν τι λένε σχετικά με αυτό το θέμα οι περισσότεροι άνρωποι;
   ΝΕ. ΣΩ. Δεν το θυμάμαι αυτή τη στιγμή.
  ΞΕ. Αυτό που λένει είναι σωστό. Λένε δηλαδή ότι πρέπει, αν κάποιος γνωρίζει νόμους καλύτερους από τους προηγούμενους, να τους θεσπίσει στην πόλη του, αφού πείσει τον κάθε πολίτη, αλλιώς όχι.
   ΝΕ. ΣΩ. Τι λοιπόν; Δεν νομίζεις ότι αυτό είναι σωστό;
   ΞΕ. Ίσως. Αν όμως κάποιος, χωρίς να πείθει τους πολίτες, επιβάλλει με τη βία το καλύτετο, πες μου ποιο όνομα θα πάρει αυτή η άσκηση βίας; Μη μου απαντάς ακόμα, αλλά ας επανέλθουμε πρώτα στα προηγούμενα.
   ΝΕ. ΣΩ.  Τι θέλεις να πεις;
   ΞΕ. Αν κάποιος γιατρός δεν πείθει τον άρρωστό του, ενώ από την άλλη πλευρά κατέχει σωστά την τέχνη του, αλλά αναγκάζει κάποιο παιδί ή κάποιον άνδρα ή κάποια γυναίκα να κάνει τω ωφελιμότερο αντίθετα με τις γραπτές οδηγίες, ποιο όνομα θα πάρει αυτός ο εξαναγκασμός; Άραγε δεν θα πάρει κάθε άλλο όνομα εκτός από το όνομά του επιζήμιου σφάλματος ενάντια στην τέχνη; Και αυτός που αναγκάστηκε σε αυτό είναι δικαιολογημένος να πει οτιδήποτε, εκτός από το ότι υπέστη βλαβερές και αντιεπιστημονικές πράξεις από τους γιατρούς που τον εξανάγκασαν;
   ΝΕ. ΣΩ. Πολύ σωστά μιλάς.
   ΞΕ. Πώς λοιπόν αποκαλούμε το σφάλμα κατά της πολιτικής τέχνης; Δεν το χαρακτηρίζουμε άραγε αισχρό, κακό και άδικο;
   ΝΕ. ΣΩ. Ασφαλώς.
   ΞΕ. Ας δούμε τώρα το παράξενο εκείνων που αναγκάστηκαν να παραβούν τους γραπτούς νόμους και τα πατροπαράδοτα και να κάνουν άλλα δικαιότερα, ωφελιμότερα και καλύτερα από τα προηγούμενα· άραγε, αν το παάπονο τούτο πρόκειται να μην είναι το πιο άξιο εμπαιγμού από όλα, πρέπει να πούμε γι’ αυτό σε κάθε περίπτωση οτιδήποτε άλλο εκτός από το ότι όσοι εξαναγκάστηκαν έπαθαν αισχρά, άδικα και κακά από εκείνους που τους εξανάγκασαν;
   ΝΕ. ΣΩ. Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια.
   ΞΕ. Άραγε είναι δίκαια η βία, αν αυτός που τη χρησιμοποιεί είναι πλούσιος, και άδικη, αν ασκείται από φτωχό; Ή αν κάποιος άρχοντας με την πειθώ ή όχι, πλούσιος ή φτωχός, σύμφωνα με τους γραπτούς νόμους ή εναντίον αυτών, κάνει πράγματα ωφέλιμα, πρέπει αυτό να είναι ο γνησιότερος τύπος σωστής διοίκησης της πόλης, σύμφνωα με τον οποίο ο σοφός και αγαθός άνδρας θα κυβερνήσει τους υπηκόους του; Όπως ακριβώς ο κυβερνήτητς του πλοίου, προσέχοντας πάντα το συμφέρον του πλοίου και των ναυτών, χωρίς να φτιάξει γραπτές παραγγελίες αλλά χρησιμοποιώντας ως νόμο την τέχνη του, σώσει τους συντρόφους του, έτσι και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι δυνατό να δημιουργηθεί σωστό πολίτευμα από αυτούς που έχουν τη δυνατότητα να κυβερνούν με αυτόν τον τρόπο, θεωρώντας τη δύναμη της τέχνης τους ισχυρότερη από τους νόμους; Και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σφάλλουν οι φρόνιμοι άρχοντες, οτιδήποτε κι αν κάνουν, εφόσον εκπληρώνουν ένα σπουδαίο κανόνα, απονέμουν δηλαδή πάντοτε στους πολίτες απόλυτη δικαιοσύνη βασισμένη στη λογική και στη γνώση, και εφόσον είναι ικανοί να σώζουν αυτούς και να τους κάνουν όσο το δυνατόν καλύτερους;
   ΝΕ. ΣΩ. Δεν μπορεί κανείς να φέρει αντίρρηση σε όσα ειπώθηκαν;
   ΞΕ. Αλλά ούτε και σ’ εκείνα πρέπει να φέρει κάποιος αντίρρηση.
  ΝΕ. ΣΩ. Ποια εννοείς;
   ΞΕ. Ότι οποιοδήποτε πλήθος ανθρώπων, αν κατείχε τέτοιου είδους επιστήμη, δεν θα μπορούσε ποτέ να διοικεί την πόλη λογικά και ότι αντίθετα το μόνο σωστό πολίτευμα πρέπει να το αναζητήσουμε σε ένα μικρό αριθμό, σε λίγους και σε έναν, ενώ τα άλλα πρέπει να τα θεωρήσουμε απομιμήσεις, όπως είπαμε και λίγο πριν, άλλα απομιμήσεις των καλύτερων στοιχείων και άλλα των χειρότερων.
   ΝΕ. ΣΩ. Πώς το εννοείς αυτό που είπες; Γιατί νομίζω ότι ούτε και πριν κατάλαβα αυτό για τις απομιμήσεις.
   ΞΕ. Κι όμως δεν είναι ασήμαντο, αν κάποιος, αφού ξεκινήσει αυτή τη συζήτηση, την αφήσει εκεί που την άρχισε και δεν αποδείξει λεπτομερώς το σφάλμα που γίνεται τώρα γύρω από αυτό.
   ΝΕ. ΣΩ. Ποιο σφάλμα;
   ΞΕ. Πρέπει να αναζητούμε κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο ούτε και εύκολο να το ανακαλύψουμε· ωστόσο ας προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε. Εμπρός λοιπόν· αφού μόνο αυτό το πολίτευμα που είπαμε είναι κατά τη γνώμη μας σωστό, γνωρίζεις ότι τα άλλα πρέπει χρησιμοποιώντας τους γραπτούς νόμους να σώζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν πράττουν αυτό που επαινούμε τώρα, ακόμα κι αν δεν είναι πολύ σωστό;
   ΝΕ. ΣΩ. Ποιο;
   ΞΕ. Το να μην τολμά κανείς από τους πολίτες να κάνει τίποτε εναντίον των νόμων, ενώ όποιος τολμά να τιμωρείται με θάνατο και με όλες τις βαρύτερες ποινές. Και αυτό είναι δικαιότατο και ωραιότατο ως δεύτερο, όταν παραμεριστεί το πρώτο, που μόλις είπαμε [...]΄


Πλάτων, Πολιτικός (ή Περί της Βασιλείας), μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

  '1. Η εμπειρία είναι μια διάβαση, όπως υποδεικνύεται από το όνομά της, περνά διαμέσου και ταξιδεύει προς έναν προορισμό για τον οποίο βρίσκει το πέρασμα. Η εμπειρία βρίσκει το πέρασμά της, είναι δνατή [possible]. Ωστόσο, υπ’ αυτήν την έννοια, είναι αδύνατον να υπάρξει πλήρης εμπειρία της απορίας, τουτέστιν του πράγματος που δεν επιτρέπει το πέρασμα. Η αρχαιοελληνική λέξη ἀ π ο ρ ί α είναι μια μη οδός. Από αυτή την άποψη η δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι η εμπειρία του πράγματος για το οποίο δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εντός ολίγου θα συναντήσουμε περισσότερες από μία απορίες, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να τις περάσουμε.
   2. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς την εμπειρία —όσο αδύνατη και αν είναι αυτή της απορίας. Η δικαιοσύνη είναι μια εμπειρία του αδύνατου. Μια βούληση, μια επιθυμία, μια αξίωση για δικαιοσύνη, της οποίας η δομή δεν είναι εμπειρία της απορίας, δεν θα είχε καμία τύχη να είναι αυτή που είναι, τουτέστιν σωστή-δίκαιη κλήση της δικαιοσύνης. Κάθε φορά που τα πράγματα προχωρούν ή βαίνουν καλώς, κάθε φορά που εφαρμόζουμε ατάραχα έναν καλό κανόνα σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, σε ένα ορθώς υπαγόμενο παράδειγμα, σύμφωνα με μια προσδιοριστική κρίση, ενδεχομένως και ενίοτε το δίκαιο βλέπει να ικανοποιούνται τα συμφέροντά του, αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η δικαιοσύνη δεν βλέπει ποτέ να ικανοποιούνται τα δικά της.
   Το δίκαιο δεν είναι η δικαιοσύνη. Το δίκαιο είναι το στοιχείο του υπολογισμού, και είναι σωστό-δίκαιο που υπάρχει δίκαιο, αλλά η δικαιοσύνη είναι ανυπολόγιστη, απαιτεί να υπολογίζουμε με το ανυπολόγιστο· και οι απορητικές εμπειρίες, εξίσου απίθανες και αναγκαίες, είναι εμπειρίες της δικαιοσύνης, δηλαδή εκείνων των στιγμών όπου η απόφαση ανάμεσα στο σωστό-δίκαιο και στο μη σωστό-άδικο ουδέποτε διασφαλίζεται από ένα κανόνα.'

  'Αλλά ποιος υπογράφει; Ακριβώς ο Θεός, ο Παντελώς Άλλος [le Tout Autre], όπως πάντοτε. Η θεϊκή βία θα έχει προηγηθεί όλων των προωνυμίων, αλλά επίσης θα έχει δώσει όλα τα προωνύμια. Ο Θεός είναι το όνομα της καθαρής βίας  και δίκαιης κατ’ ουσίαν: δεν υπάρχει άλλη καθαρή βία, πριν από αυτήν δεν υπάρχει καμία άλλη ενώπιον της οποίας τούτη η βία θα πρέπει να δικαιολογηθεί. Σ’ αυτόν, αυθεντία, δικαιοσύνη, δύναμη-εξουσία και βία είναι απλώς ένα και το αυτό.
   Πάντοτε ο άλλος υπογράφει, ιδού τι υπογράφει ενδεχομένως αυτό το δοκίμιο. Δοκίμιο υπογραφής που φέρει τον εαυτό του στην αλήθεια του, τουτέστιν ότι πάντοτε ο άλλος υπογράφει, ο παντελώς άλλος, και κάθε άλλος είναι παντελώς άλλος [et tout autre est tout autre]. Είναι αυτό ακριβώς που αποκαλούμε [appeller] Θεό, όχι, αυτό που αποκαλείται Θεός όταν υποχρεωτικά αυτός υπογράφει στη θέση μου, ακόμη και όταν πιστεύω ότι τον ονομάζω [nommer], αυτόν. Ο Θεός είναι το όνομα αυτής της απόλυτης μετωνυμίας, αυτό που ονομάζει μετατοπίζοντας τα ονόματα, η υποκατάσταση και αυτό που υποκαθίσταται σε τούτη την υποκατάσταση. Ακόμη και πριν από το όνομα [nom], ήδη από το προ-όνομα/προ-ωνύμιο [pré-nom]:
«Die göttliche Gewalt, welche Insignien und Siegel, niemals Mittel heiliger Vollstreckung ist, mag die waltende heißen»: «Η θεϊκή βία που είναι έμβλημα και σφραγίδα, ουδέποτε μέσον ιερής εκτέλεσης, μπορεί να αποκαλείται κυρίαρχη (die waltende heißen)».
   Η θεική βία μπορεί να αποκαλείται  κυρίαρχη. Στα κρυφά. Κυρίαρχη εκ του γεγονότος ότι αποκαλείται [s’ appelle] και την αποκαλούμε εκεί όπου κυριαρχικά αποκαλείται. Ονομάζεται [se nomme]. Κυρίαρχη είναι η βίαιη δύναμη αυτής της αρχέγονης ονοματοδοσίας [apppellation]. Απόλυτο προνόμιο, ατελεύτητη προνομία. Η προνομία δίνει τον όρο οιασδήποτε ονοματοδοσίας. Δεν λέγει τίποτε άλλο, αποκαλείται συνεπώς σιωπηλά. Εφεξής δεν αντηχεί παρά μόνο το όνομα, η καθαρή ονομασία [nomination] του ονόματος πριν από το όνομα. Η προνομασία [prénomination] του Θεού, ιδού η δικαοσύνη στην άπειρη δύναμή της. Αρχίζει και τελειώνει με την υπογραφή.
   Με την πιο μοναδική-ιδιότυπη, με την πιο απίθανη μεταξύ των υπογραφών, την κυρίαρχη. Με την πιο κρυφή-μυστική επίσης: κυρίαρχη θέλει να πει, για όποιον ξέρει να διαβάζει, κρυφή-μυστική. Θέλει να πει, δηλαδή (heißt) αποκαλεί, προσκαλεί, ονομάζει, απευθύνει, απευθύνεται.
   Για όποιον μπορεί να διαβάσει, καθώς αμέσως διασταυρώνεται με το όνομα του άλλου.
   Για όποιον αποκτά την ισχύ να αποσφραγίσει —αλλά ως τέτοια, κρατώντας την κατ’ αυτόν τον τρόπο άθικτη— την ακαταληπτότητα μιας σφραγίδας, την κυρίαρχη και όχι μιαν άλλη.'


Ζακ Ντεριντά, Ισχύς Νόμου, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Πατάκη

***

  'Στην Ισχύν νόμου ο Ντερριντά πραγματεύεται τη σχέση της αποδόμησης με τη δικαιοσύνη προβαίνοντας στη θεμελιακή διάκριση μεταξύ της δικαιοσύνης και του δικαίου. Επίσης εγγράφει τη δικαιοσύνη στη σφαίρα της υπερ-ηθικής, του απροϋπόθετου, ενώ το δίκαιο συμπαρατάσσεται με την ηθική, και δη με την εξουσία. Η ηθική εννοείται ως ένα «σύστημα κανόνων, ηθικών γνομώνων», τουτέστιν ένα σύστημα προδεδομένων κριτηρίων που συνιστούν ούτως ή άλλως μια κανονιστική, υπολογίσιμη ηθική, σύμφωνα με την οποία λαμβάνει κανείς μιαν απόφαση, και δη μιαν ενεργητική απόφαση όπου δεσπόζει η εαυτότητα (ipséité) ως δύναμη, ως το «δύναμαι» στη σχέση του εγώ επί του άλλου. Αντίθετα η «υπερ-ηθική» κινείται στο χώρο «των αποριών της ηθικής, των ορίων της», εκεί όπου η υπεύθυνη, παθητική απόφαση η απόφαση του παντελώς άλλου έξω από εμένα ή μέσα μου, αυτή που αναγνωρίζει ότι το εγώ είναι «όμηρος του άλλου» λαμβάνεται μέσα από την απαντοχή της εμπειρίας του ανεπίκριτου και κυρίως της απουσίας κριτηρίων, υπολογισμού, ανεξάρτητα από τη γνώση κανόνων και, τελικά, ανεξάρτητα από την ίδια τη γνώση. Εξ ου η υπερ-ηθική θέτει την αδυνατότητα ως δυνατότητα της ηθικής ή, όπως λέει ο Ντερριντά, «το να κάνεις το αδύνατον δεν μπορεί να συνιστά ηθική, αλλά αυτό ακριβώς είναι ο όρος της ηθικής. Προσπαθώ να στοχαστώ τη δυνατότητα του αδυνάτου».
   Όλα αυτά συνεπάγονται ότι η υπερ-ηθική είναι πέραν και της ηθικής, και του δικαίου και της πολιτικής. Εδώ ο Ντερριντά, ακολουθώντας τον βηματισμό του Lévinas, φρονεί ότι το χάσμα αυτό δεν είναι έλλειψη, αλλά αντιθέτως «μας εντέλλεται πράγματι να σκεφθούμε διαφορετικά το δίκαιο και την πολιτική». Γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ότι η «“υπερβολική ηθική”» είναι «μια ηθική [éthique] υπεράνω της ηθικής», είναι «ένα καθήκον υπεράνω της επιτακτικής ηθικής [morale] και του δικαίου. Συνεπώς είναι δικαιοσύνη!». Ιδού λοιπόν η επιγραμματική συμπαράθεση των τεσσάρων σημαντικών όρων: υπερβολική ηθική (υπερ-ηθική), ηθική δικαιοσύνη, δίκαιο. Είναι πλέον πρόδηλο ότι η δικαιοσύνη εγγράφεται στην κατηγορία της υπερ-ηθικής. Και το δίκαιο; Αυτό συνυπηρετεί τις επιδιώξεις της ηθικής, εφ όσον κατά τον Ντερριντά «δεν υπάρχει ηθική χωρίς νόμο».'

Βαγγέλης Μπιτσώρης, από το επίμετρο της έκδοσης 'Η Αποδόμηση Μεταξύ Δικαιοσύνης και Δικαίου'

  'Σύνθημά τους ήταν η ισότητα όλης της ανθρωπότητας: απόλυτη ισότητα σε όλα, ισότητα στην ιδιοκτησία, ισότητα στην κοινωνική θέση και επιρροή, καθώς και ισότητα στα καθήκοντα, με τελικό αποτέλεσμα την ισότητα στην ευτυχία και την ευχαρίστηση.
   Ο κόσμος ανήκει σε όλους εξίσου και θα πρέπει να κατανεμηθεί ισόποσα. Η εργασία κάθε ανθρώπου δεν ανήκει στον ίδιον, αλλά στο Κράτος που τον τρέφει και τον ντύνει, και δεν θα πρέπει να οδηγεί στην ατομική του ευδοκίμηση, αλλά στον εμπλουτισμό της φυλής.
   Ο ατομικός πλούτος–η κοινωνική αλυσίδα με την οποία οι λίγοι είχαν δέσει τους πολλούς, το πιστόλι με την απειλή του οποίου μια μικρή συμμορία ληστών έκλεβε από ολόκληρη την κοινότητα τους καρπούς των κόπων της– θα πρέπει να αφαιρεθεί από τα χέρια στα οποία βρισκόταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
   Οι κοινωνικές διακρίσεις –οι φραγμοί που μέχρι τώρα είχαν δυσχεράνει και παρεμποδίσει την ανοδική πορεία της ανθρωπότητας– θα πρέπει να σαρωθούν μια και καλή. Η ανθρώπινη φυλή θα πρέπει να προχωρήσει προς το πεπρωμένο της (όποιο κι αν είναι αυτό), όχι όπως τώρα που είναι μια σκόρπια ορδή όπου κάθε άνθρωπος διαγκωνίζεται μονάχα για το ατομικό του συμφέρον πάνω στο ανώμαλο έδαφος της ανισότητας και τη γέννηση και της άνισης περιουσίας –η απαλή χλόη επιφυλάσσεται για τα πόδια των παραχαϊδεμένων, ενώ οι σκληρές πέτρες επιφυλάσσονται για τα πόδια των καταραμένων–, αλλά με το να γίνει ένας εύτακτος στρατός που θα παρελαύνει πάνω στο λείο έδαφος της δικαιοσύνης και της ισότητας.
   Το μεγαλειώδες στήθος της Μητέρας Γης μας θα πρέπει να τρέφει όλα της τα τέκνα ανεξαιρέτως· κανείς δεν πρέπει να πεινάει, κανείς δεν πρέπει να κατέχει υπερβολικά πολλά. Ο ισχυρός δεν πρέπει να αρπάζει περισσότερα από όσα ο ανίσχυρος· ο έξυπνος δεν πρέπει να σχεδιάζει να κερδίσει περισσότερα από όσα ο αφελής. Η γη ανήκει στον άνθρωπο με όλα της τα πλούτη, έτσι θα πρέπει να μοιραστεί σε όλους τους ανθρώπους και σε ίσα μερίδια. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι με βάση τους νόμους της Φύσης και πρέπει να γίνουν ίσοι με βάση τους νόμους του ανθρώπου.
   Με την ανισότητα επέρχονται η δυστυχία, το έγκλημα, η αμαρτία, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η υποκρισία. Σε έναν κόσμο που όλοι είναι ίσοι δεν υπάρχει κανένας πειρασμός για το κακό, ενώ διατρανώνεται και η φυσική μας ευγένεια.
   Όταν όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι, ο κόσμος θα γίνει Παράδεισος – απαλλαγμένος από τον εξευτελιστικό δεσποτισμό του Θεού.
   Υψώσαμε τα ποτήρια μας και ήπιαμε στην ΙΣΟΤΗΤΑ, στην ιερή ΙΣΟΤΗΤΑ· ύστερα παραγγείλαμε στον σερβιτόρο ένα πράσινο Σαρτρέζ και περισσότερα πούρα.'

Tζερόμ Κ. Τζερόμ, Η Νέα Ουτοπία, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Nightread

***

  '[...] δυνατός συγγραφέας δεν είναι ο αυστηρός και ηθικολόγος δικαστής, αλλά η ακριβής κι ευαίσθητη πυξίδα· είναι αυτός που μας φανερώνει, πέρα από αυταπάτες και εξιδανικεύσεις για τι πράγματα είναι ικανός ο άνθρωπος στην προσπάθεια να πετύχει τους στόχους του, κι εμείς οι αναγνώστες, αν θέλουμε και μπορούμε τον εισακούμε. Αν λοιπόν επιθυμούμε και αποβλέπουμε στο να μειώσουμε την ανισότητα χωρίς να ισοπεδώσουμε την ατομικότητα, είμαστε αναγκασμένοι να ξεκινήσουμε από ορισμένες θεμελιώδεις ρεαλιστικές παραδοχές, μερικές από τις οποίες μας προσφέρει ρητά ή υπόρρητα η νουβέλα του Τζερόμ, και μάλιστα με το τόσο ανατρεπτικό χιούμορ της.'

Γιώργος Λαμπράκος, από το Επίμετρο της έκδοσης

At the book-stand  of La Manne, 90 Claude Bernard Street


This is an archive until it will cease to be.
Gab.
A little cold under the elbows.
When every failure will be paying for drinks based on
The statistics which will celebrate its run first
To the public opinion,
Will be forming a main power.
The clinging vines of the newsreel enclose us;
My concern a crust
Dunk into the tacit glare of the sun.
The wind blows away a postcard bearing the image
Of a harbor full of loaded mules.
The temporal timespan that turns towards me
Comes up against its defects.
A couple of rants.
The guided imperishability is growling for Pleiades.

The meaning as an unfortunate sense
Is exclusively
Human.

*

Husk poem #19


Often the external part of the words communicates
More efficiently with the misfortunes of existence
And fuel them with marrow.

The adventures which surround us;
Are sacrificed ad infinitum.
One's readers:
Decimate the readers of the other.

Yet the voices that frequently distract you,
Keep you in shape.

Those who can make it
Have done it  in rarely visited places.

Translucence /
Is not when you
Uncloak sincerity.

It is sincerity herself who chases the head
Of a cricket
On the wall where truth
Creates a shadow-play with her hands.



Yannis Livadas, My Bones In The Soup Of My Grave, publisher: Ragged Lion Press

'Τα Γόμμορα είναι η Ουτοπία της Πόλης της Βίας.
   Οι γυμνοί νέοι ξεχύνονται άτακτα στους δρόμους — καταλαμβάνουν τις πλατείες. Βρίσκουν γυναίκες —τις κακοποιούν— τις βιάζουν επί τόπου —στη μέση του δρόμου— μέσα στα ίδια τους τα σπίτια — μπροστά στα μάτια των παιδιών τους.
   Έπειτα βγαίνουν έξω—ληστεύουν τα καταστήματα όπλων— εφορμούν στις τράπεζες —αρπάζουν χρήματα— μπαίνουν στα σούπερ μάρκετ —τα λεηλατούν— τα ερημώνουν. Βγαίνουν —αλλά δεν είναι πλέον γυμνοί, φορούν την τελευταία λέξη της μόδας— και συνεχίζουν με νέα περιβολή να επιφέρουν το χάος μέσα στην πόλη.
   Η σεκάνς είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και περικλείει όλα όσα συνηθίζουν να κάνουν οι νέοι της καινούργιας γενιάς·είναι το σύμβολο και η σύνθεση των «αυθεντικών» τους ημερών.
   Άγχος, τυφλότητα, αγριότητα, νεύρωση, αλαζονεία, αυθαιρεσία, κομφορμισμός, μίσος: από όλα αυτά είναι φτιαγμένο το «αμόκ» που τους παρασύρει να ερημώσουν την πόλη και να την καταλάβουν. Και δεν έχει σημασία αν το βλέμμα που τους παρατηρεί είναι του Εντουάρντο, ένα βλέμμα «κωμικό». Η φοβερή πραγματικότητα τους παραμένει. Όταν αυτός ο στρατός νέων φτάσει την κορύφωση της βαρβαρικής του βιαιότητας —που όμως δεν της λείπει κάποια μοντέρνα καταναλωτική φινέτσα— ο ανταποκριτής της τηλεόρασης (μέσα στην οθόνη της οποίας θα έχουμε μπει και θα έχουμε δει τα πάντα «αντικειμενικά») ανακοινώνει πως η γιορτή θα ολοκληρωθεί με την εκτέλεση της θανατικής ποινής δυο προσώπων που έχουν παραβεί τον κανόνα των Γομόρρων· που έχουν, δηλαδή, σπιλωθεί με το τρομακτικό, ακατονόμαστο αδίκημα της ομοφυλοφιλικής επαφής.
   Η εκτέλεση θα διεξαχθεί στην Πλατεία Ντουόμο. Ακούγοντας την ανακοίνωση, ο Εντουάρντο και ο Νινέττο γυρίζουν την πλάτη τους στην τηλεόραση και τρέχουν να κολλήσουν τις μύτες τους στα τζάμια των παραθύρων.
   Από αυτή τη στιγμή κι έπειτα ό,τι συμβαίνει είναι, εν μέρει, εξιστορημένο «όπως το βλέπουν» ο Εντουάρντο κι ο Νινέττο από το παράθυρο του ξενοδοχείου τους και, εν μέρει, εξιστορημένο «αντικειμενικά», πάντα μέσω της τηλεόρασης, έτσι ώστε οι οπτικές γωνίες να είναι δύο και το θέαμα να είναι, ταυτοχρόνως, «διηρημένο» και «ολικό».
   Η Πλατεία του Μιλάνου ιδωμένη στο σύνολό της από τον Εντουάρντο και τον Νινέττο —και ιδωμένη στις λεπτομέρειές της στην οθόνη της τηλεόρασης— γεμίζει αμέσως: την πλημμυρίζουν αλαλάζοντας οι συμμορίες από τσογλάνια, από βανδαλιστές, από εξτρεμιστές (που δεν καταλαβαίνει κανείς, όπως άλλωστε και στην πραγματικότητα, αν είναι φασίστες ή κομμουνιστές): ό,τι χειρότερο τέλος πάντων διαθέτουν οι νέοι της τελευταίας γενιάς. Ακολουθούμενοι από τις γυναίκες που οι ίδιοι είχαν βιάσει, αλλά που αμέσως έχουν μετατραπεί σε συνενόχους τους —από τα πλήθη των ηλικιωμένων που καλοπιάνουν τους νέους και κατεβαίνουν στο επίπεδό τους— συρρέουν θριαμβευτικά, ως κυρίαρχοι, στην Πλατεία. Που αμέσως γεμίζει ολοκληρωτικά από ένα πλήθος φρικτό, αποκρουστικό, βάρβαρο κατ’ ουσίαν —επαναλαμβάνω— λόγω της «πολιτισμικής» τραχύτητας του νεοκαπιταλισμού. Και ξεκινά η εκτέλεση.'

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πορνό-Τεό-Κολοσάλλ, μτφρ. Μιχαήλα Παπλιά, εκδ. Μωβ Σκίουρος

  'Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να στραφεί κανείς στη Βίβλο. Μπορεί να αναζητήσει εκεί είτε μια λογοτεχνικό-καλλιτεχνική αξία είτε ιστοριογραφικές ενδείξεις για την αναπαράσταση της πολιτικής κοινωνικής ζωής εκείνης της εποχής είτε ηθικά διδάγματα είτε θεολογικά επιχειρήματα. Εδώ, αντιθέτως, μιας ενδιαφέρει η παραδειγματική αξία εκείνης της αφήγησης.
   Σπανίως εμφανίζεται στα Ευαγγέλια μια τέτοια ποικιλία εκδοχών, διαφορών, μέχρι και αντιφάσεων όσο στη διήγηση της δίκης και του πάθους του Ιησού. Δεν πρέπει καθόλου να ξαφνιαζόμαστε. Η καταδίκη του Ιησού, ο θάνατος και η ανάστασή του, είναι ζητήματα κρίσιμης σημασίας για το χριστιανικό μήνυμα. Κάθε λεπτομέρεια που έχει να κάνει με αυτές τις ιστορίες έχει επανειλημμένως ξαναζήσει και γίνει αντικείμενο σκέψης των πιστών, ενώ πάμπολλες φορές έχει συζητηθεί και έχει μεταφερθεί στο εκάστοτε παρόν. Κάθε φορά, το αρχικό περιεχόμενο τυγχάνει μιας νέας επεξεργασίας, ενώ παράγονται και διαφορετικές εκδοχές της αρχικής ιστορίας, για την οποία, άλλωστε, λείπουν οι άμεσες μαρτυρίες.
   Το ίδιο συνεχίζει να συμβαίνει και σήμερα, λίγο πολύ μέσω νέων ερμηνειών, συχνά ιδιαιτέρως καινοτόμων, ενός κειμένου τώρα πια παγιωμένου με τη μορφή ενός οριστικού κανόνα. Άλλωστε τα Ευαγγέλια δεν ήταν κείμενα που επεδίωκαν να εκπληρώσουν κάποιους ιστοριογραφικούς σκοπούς, αλλά ήθελαν να αποτελούν συγκεκριμένα τεκμήρια πίστης. Ακόμη κι αν ο ιστορικός, αδιαφιλονίκητος πυρήνας τους, περιοριζόταν σε ότι είχε σκιαγραφήσει εν συντομία ο Τάκιτος στην προσπάθειά του να εξηγήσει τη λέξη «χριστιανός» –και δηλαδή την ύπαρξη στην εποχή του Τιβέριου ενός ανθρώπου με το όνομα Ιησούς και το παρατσούκλι Χριστός, ο οποίος θανατώθηκε στην Παλαιστίνη από τη διακυβέρνηση του έπαρχου Πόντιου Πιλάτου– θα παραμένει πάντοτε το γεγονός μιας αφήγησης που εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια ερεθίζει το ανθρώπινο πνεύμα. Και μάλιστα, αν όλα συγκροτήθηκαν βάσει αυτού του μοναδικού αρχικού πυρήνα, η ευαγγελική αφήγηση αποδεικνύεται ακόμη πιο εκπληκτικά προικισμένη με μια εύγλωττη σημασία.
   Ολόκληρη η ιστορία είναι σκανδαλώδης και συμβολική, πολύ περισσότερο αν δεχτούμε ότι κανείς από τους πρωταγωνιστές εκείνου του δράματος δεν κινήθηκε από κακές προθέσεις και ότι, απεναντίας, ο καθένας έκανε αυτό που απαιτούσε το καθήκον του. Αν δεχτούμε ότι εκείνοι που πρωταγωνίστησαν στο έργο της δίκης του Ιησού το έκαναν αθέλητα και ασυνείδητα, αν δηλαδή τους αποδοθεί μια «ασυνείδητη ενοχή», τότε τα γεγονότα στερούνται κάθε υποκειμενικής έννοιας ώστε να μπορούν να έχουν την αξία ενός παραδείγματος.
   Αυτό που συνέβη ήταν μια σύγκρουση μεταξύ του Πιλάτου, ρωμαίου έπαρχου της Ιουδαίας, και του Συνεδρίου, της ανώτατης εβραϊκής αρχής. Το διακύβευμα ήταν η ζωή του Ιησού. Για να δώσει μια λύση, ο Πιλάτος απευθύνθηκε στον λαό. Μεταξύ της επιβολής του Ιησού με μια αυτοκρατορική πράξη (κάτι που επιτρεπόταν σαφώς στον έπαρχο της Ρώμης) και της λήψης της απόφασης από τους έγκριτους του Συνεδρίου, ο Πιλάτος επέλεξε μια άλλη δυνατότητα: ξεκίνησε μια «δημοκρατική» διαδικασία, απευθυνόμενος στον λαό. Η τελική απόφαση πάρθηκε εν μέσω ενός εντυπωσιακού κρεσέντου φανατισμού που ο Μάρκος, απ’ όλους τους ευαγγελιστές, αφηγείται με τον πλέον ζωντανό τρόπο: «Το πλήθος, ουρλιάζοντας, άρχισε να τον ρωτάει αν θα έκανε ότι συνήθως [μια νύξη στο υποτιθέμενε έθιμο της απελευθέρωσης ενός καταδικασμένου σε θάνατο την περίοδο του Πάσχα, το λεγόμενο paschal privilegium του έπαρχου σ.τ.σ.] και ο Πιλάτος απάντησε λέγοντας: “Θέλετε εσείς να απελευθερώσω τον βασιλιά των Ιουδαίων;” Γνώριζε, δηλαδή, ότι οι αρχιερείς του τον είχαν παραδώσει να ζητήσει την απελευθέρωση του Βαραββά. Και ο Πιλάτος, απατώντας, τους είπε και πάλι: “Συνεπώς τι θέλετε να κάνω με αυτόν που αποκαλείτε βασιλιά των Ιουδαίων;” Και αυτοί ούρλιαξαν και πάλι: “Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!” Και ο Πιλάτος τους είπε: “Γιατί θέλετε τον θάνατό του; Τι κακό έκανε;” Και αυτοί ούρλιαξαν ακόμη πιο δυνατά: “Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!”».
   Τι μπορούμε να δούμε σε αυτή την κραυγή του πλήθους; Εκ πρώτης όψεως ένα επιχείρημα ενάντια στη δημοκρατία. Για να ξορκίσουμε το σκάνδαλο αυτής της κραυγής, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι αρνηθούμε το αξιακό περιεχόμενο του διλήμματος που μας παρουσιάζει η ευαγγελική αφήγηση. Εν συντομία, οφείλουμε να θεωρήσουμε ισοδύναμους τον Ιησού και τον Βαραββά, άσχετα με τη ζωή του ενός ή του άλλου. Είναι αυτό που έκανε ο Χανς Κέλσεν στο πλαίσιο του δικού του στοχασμού περί δημοκρατίας. Σε μια σύντομη παράγραφο του κεφαλαίου με τίτλο «Ο Ιησούς και η δημοκρατία», που κλείνει το περίφημο δοκίμιο για την Ουσία και την αξία της δημοκρατίας, βλέπει σε αυτό το συμβάν μια συνάντηση μεταξύ της αλήθειας, προσωποποιημένης στον Πιλάτο, και παίρνοντας θέση, λέει τα εξής: «Για εκείνους που πιστεύουν τον Υιό του Θεού και τον βασιλιά των Ιουδαίων ως μάρτυρα της απόλυτης Αλήθειας, αυτό το δημοψήφισμα είναι σαφώς είναι σοβαρό επιχείρημα ενάντια στη δημοκρατία. Εμείς, ως πολιτικοί επιστήμονες, οφείλουμε να δεχτούμε αυτό το επιχείρημα, υπό έναν μόνο όρο. Να είμαστε τόσο σίγουροι για τη δική μας πολιτική αλήθεια ώστε να την επιβάλλουμε, εφόσον καταστεί αναγκαίο, με δάκρυα και αίμα, δηλαδή να είμαστε τόσο σίγουρη για τη δική μας αλήθεια όσο σίγουρος ήταν, για τη δική του αλήθεια, ο Υιός του Θεού». Εν συντομία, η καταδίκη του Ιησού μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα μόνο για όποιον είναι τόσο σίγουρος για την αλήθεια του, ώστε να είναι διατεθειμένος να την επιβάλλει με οποιοδήποτε κόστος. Σε αυτή την περίπτωση θα συνιστούσε την πλέον εύγλωττη επαλήθευση της αφροσύνης να επαφίεται στους αριθμούς και τις γνώμες η απόφαση για το τι είναι αληθές και τι ψευδές. Διαφορετικά θα επρόκειτο μόνο για ένα ψευδο-επιχείρημα, που δεν αποδεικνύει τίποτα, ούτε υπέρ ούτε κατά της δημοκρατίας.
   Με αυτόν τον όρο καταλήγουμε να κινούμαστε ανάμεσα σε δυο άκρα, από το δόγμα στη σκέψη, από το απόλυτο στο σχετικό. Η δημοκρατία –απαράδεκτη για το δογματικό πνεύμα, καθώς υπόκειται σε αμφιταλαντεύσεις και παίρνει αποφάσεις βάσει των αριθμών–, θα δικαιολογούνταν μόνο σε ένα σκεπτικιστικό πνευματικό πλαίσιο. Έτσι, δημοκρατία και σκεπτικισμός θα συνδέονταν στενά, με την πρώτη να αποτελεί συνέπεια του δεύτερου.
   Πρόκειται για ένα συμπέρασμα που δεν θεωρώ αποδεκτό. Η θέση που νομίζω πως μπορεί να υποστηριχθεί, ξεκινώντας από την ευαγγελική αφήγηση, είναι κάτι το διαφορετικό. Ότι, δηλαδή, τόσο το δόγμα όσο και η σκέψη μπορούν να συμβιώσουν με τη δημοκρατία. Όμως μόνο όταν αμφότερα την εργαλειοποιούν. Τόσο ο δογματικός όσο και ο σκεπτικιστής μπορούν να εμφανίζονται ως φίλοι της δημοκρατίας, όμως πρόκειται μόνο για ψεύτικους φίλους, καθώς αμφότεροι τη χρησιμοποιούν για τους δικούς τους σκοπούς. Ο δογματικός, μπορεί να αποδεχτεί τη δημοκρατία εφόσον αυτή υπηρετεί την αλήθεια. Ο σκεπτικιστής, με τη σειρά του, μολονότι δεν πιστεύει σε τίποτα, μπορεί να την αποδεχτεί ενώ την ίδια στιγμή την αρνείται. Από άποψη αρχής, εφόσον είναι πραγματικά σκεπτικιστής, δεν θα βρει κάποιον λόγο για να προτιμήσει τη δημοκρατία από την αυταρχία. Θα βρει, αντιθέτως, έναν τέτοιο λόγο όταν δει την πίστη όχι ως γενική αρχή αλλά σε σχέση με μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτός μπορεί να είναι δημοκράτης, στον βαθμό που είναι τέτοιος, όχι ένεκα ιδεαλισμού αλλά ένεκα πραγματισμού.'

Γκουστάβο Ζαγκρεμπέλσκι, Η Δημοκρατία του Βαραββά, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα

  'Στην πραγματικότητα μέχρι να υιοθετηθεί από τους διανοούμενους η τζαζ ήταν πολύ λιγότερο κατάλληλη για επαναστατική πολιτική έκφραση από άλλα είδη λαϊκής μουσικής, όπως οι θρησκευτικοί ύμνοι. Για έναν πολύ βάσιμο λόγο: το κοινωνικό στρώμα μέσα στο οποίο είχε γεννηθεί δεν διακρινόταν ούτε για την πολιτική του εγρήγορση, ούτε για την ικανότητά του να οργανωθεί. Περιφρουρούσε οποιαδήποτε «ελευθερία» του όχι πολεμώντας την καταπίεση αλλά παραμερίζοντας μπροστά της. Αυτό αποτελεί κοινό γνώρισμα των ανθρώπων του μόχθου στην προβιομηχανική μεγαλούπολη. Τα τραγούδια και η μουσική τους μιλούν για τη φτώχεια και την καταπίεση σαν να είναι κάτι το φυσικό, το αυτονόητο. Ο κάθε αριστερός φολκλορίστας μπορεί εύκολα να ανακαλύψει τραγούδια φλαμένκο που εκφράζουν βαθύ μίσος για αστυνομικούς και δικαστές, ναπολιτάνικες μπαλάντες που μυθοποιούν αντάρτες ληστές ή μπλουζ με αριστερό κοινωνικό περιεχόμενο. Τα τραγούδια όμως αυτά, όσο κι αν τα διατρέχει το πικρό παράπονο της φτώχειας και της καταπίεσης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στη συντριπτική πλειονοψηφία τους αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή και στις προσωπικές σχέσεις· το τυπικό μπλουζ μιλάει πάντα για τα βάσανα ενός άντρα με μια γυναίκα ή μιας γυναίκας μ’ έναν άντρα. Από μια άποψη η υπεροχή της φτωχογειτονιάς του μπουρντέλου ή του μιούζικ χολ ως λίκνων λαϊκών μορφών τέχνης δεν έχει άλλη πιο σ τ α θ ε ρ ή διέξοδο στη δυστυχία του από το να δημιουργεί και να ζει αισθητικές εντυπώσεις, να «ζει για το κέφι», καθώς λένε. Για όσους αντίθετα οργανώνονται και μάχονται, η λυτρωτική έκσταση δεν είναι συχνά παρά ένα παράγωγο της συλλογικής δράσης και η τέχνη ένα κομμάτι της. Παράδειγμα: το χορωδιακό τραγούδι, θρησκευτικό ή κοσμικό, που αποτελεί τόσο συχνά τυπικό μέσο έκφρασης των μαχητικών — και συνήθως πουριτανικών —κινημάτων. Η τζαζ όμως δεν έχει σχέση ούτε με τον πουριτανισμό, ούτε με το χορωδιακό τραγούδι. Μόνον οι κριτικοί βάζουν στο ίδιο σακί την τζαζ και τα μπλουζ με το γκόσπελ: ιστορικά και κοινωνικά, οι πιστοί του γκόσπελ υπήρξαν πάντα σφοδροί πολέμιοι της τζαζ και του κόσμου της και, από τη δική τους μεριά, οι τζαζίστες και οι μπλουζίστες εχθρεύονταν και περιφρονούσαν τα εκκλησιαστικά μουσικά συγκροτήματα. Με ανάλογο περίπου τρόπο και το βρετανικό εργατικό κίνημα δεν πολυσυμπαθούσε το παλιό μιούζικ χολ και οι καλλιτέχνες του τελευταίου πολύ σπάνια ήταν στρατευμένοι πολιτικά. Η παραδοσιακή βρετανική διάκριση ανάμεσα στον «ανθρακωρύχο των παμπ» (που δεν ήταν συνήθως πολιτικά οργανωμένος) και στον «ανθρακωρύχο της εκκλησίας» (που αποτελούσε τον πυρήνα του συνδικαλισμού) ισχύει, σε λιγότερο τυποποιημένα μοντέλα, και στον κόσμο της τζαζ. Ελάχιστοι στρατευμένοι πολιτικά μαύροι ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για την τζαζ — τουλάχιστον πριν συνειδητοποιήσουν (συχνά χάρη σε λευκούς διανοούμενους) ότι αποτελεί «επίτευγμα της φυλής» για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανοι.
   Η σύνδεση πάντως της τζαζ με μια ριζοσπαστική και επαναστατική πολιτική ήταν εύκολη και, σε καιρούς πολιτικού αναβρασμού, οι αμερικανοί τζαζίστες δεν παρέλειψαν να την κάνουν· στο κάτω κάτω η μόνη πολιτική θέση που μπορούν να υιοθετήσουν οι φτωχοί, οσοδήποτε ανοργάνωτοι και αποθαρρημένοι και αν είναι, δεν μπορεί να είναι «στο πλευρό των φτωχών». (Σε άλλες χώρες, όπου το κίνημα της τζαζ είχε άλλες κοινωνικές βάσεις και είχε συχνά ξεκινήσει μέσα στον κόσμο της αριστεράς, οι δεσμοί υπήρξαν ακόμα πιο στενοί.) Ωστόσο από μόνη της η διαμαρτυρία που εκφράζει η τζαζ είναι αόριστη, διφορούμενη, επειδή είναι πάντα πολύ πιο ξεκάθαρο αυτό που εχθρεύεται απ’ αυτό που υπερασπίζεται. Είναι αντίθετη στην καταπίεση, στη φτώχεια, στην ανισότητα, στην έλλειψη ελευθερίας, στη δυστυχία. Εχθρεύεται αόριστα και αναρχικά — πράγμα που οι αναρχικοί διανοούμενοι λάτρεις της τζαζ έχουν παρερμηνεύσει — τους αστυνομικούς, τους δικαστές, τις φυλακές, το στρατό και τον πόλεμο. (Δεν υπάρχουν παραδοσιακά μπλουζ που να εξυμνούν τον αγώνα, έστω και για ειρηνικούς σκοπούς, μόνο σπιρίτσουαλ.) Η αποστροφή όμως δεν συνεπάγεται και αγωνιστικότητα. Αναρίθμητοι είναι οι αμερικανοί τζαζίστες που έχουν εκφράσει την αγανάκτηση και το μίσος τους για τις αδικίες της κοινωνίας — έστω και μόνον κατ’ ιδίαν. Ελάχιστοι όμως συνδέθηκαν με τον οργανωμένο αγώνα κατά των φυλετικών ανισοτήτων (σε αντίθεση με πολλές προσωπικότητες του κόσμου της εμπορικής ψυχαγωγίας, ιδίως του Χόλιγουντ). Στα χρόνια μετά το 1945, η Ευρώπη φιλοξένησε πολλούς εκπατρισθέντες αμερικανούς καλλιτέχνες και διανοούμενους. Παρότι όμως πολλοί έγχρωμοι μουσικοί εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη — κυρίως γιατί η γηραιά ήπειρος τους φερόταν με μεγαλύτερη ανθρωπιά — δεν μου έρχεται στο νου κανένας αληθινός πολιτικός πρόσφυγας τζαζίστας, λευκός ή έγρχωμος, πλάι στους πολυάριθμους πολιτικούς φυγάδες του Χόλιγουντ ή της Νέας Υόρκης από άλλες τέχνες.
   Το αντικείμενο της εναντίωσης της τζαζ είναι θεωρητικά αρκετά ξεκάθαρο, έστω και αν η έκφραση της παίρνει συνήθως μια παθητική, αόριστη και ατομιστική μορφή έξω από τη μουσική. Το πιο αξιόλογο δείγμα ίσως να είναι η βίαιη κριτική της αμερικανικής κοινωνίας μερικών τζαζόπληκτων σατιρικών καλλιτεχνών που μεσουράνησαν στο νάιτ κλαμπ της Αμερικής προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 ο Μορτ Σαλ,ο Λένι Μπρους και οι άλλοι. Εκείνο το οποίο αντιθέτως υ π ε ρ α σ π ί ζ ε τ α ι, είναι πολύ λιγότερο σαφές. Την ελευθερία, ασφαλώς, την ισότητα, τη συναδέλφωση — και ένα κοτόπουλο στο τσουκάλι κάθε Κυριακή, ή κάθε μέρα αν λάβουμε υπόψη το αμερικάνικο επίπεδο ζωής… Αλλά οι μεγάλες αυτές ιδέες είναι πολύ λιγότερο αυτονόητες από όσο πιστεύουν πολλοί — και όχι μονάχα οι μουσικοί και οπαδοί της τζαζ. Γι’ αυτό η διαμαρτυρία της τζαζ, όπως άλλωστε και κάθε ατομιστική και αυθόρμητη διαμαρτυρία, εύκολα οδηγείται στο μεγάλο πειρασμό: στο συμβιβασμό· αρκείται δηλαδή σε πολύ μικρά κέρδη, όπως επίσημη αναγνώριση και ατομική επιτυχία. Ή για την ακρίβεια στην ταλάντευση ανάμεσα στη δυσαρέσκεια που δεν μπορεί ποτέ να βρει ικανοποίηση, επειδή (όπως το γαλάζιο πουλί του γερμανικού ρομαντισμού ή το χρυσό κύπελλο στην άκρη του ουράνιου τόξου) είναι εξ ορισμού αδύνατον να βρεθεί και στη δυσφορία που εύκολα ικανοποιείται με την ενηλικίωση ή με αποστολή σε επίσημη περιοδεία από την αμερικάνικη κυβέρνηση ως «πολιτισμικός πρεσβευτής» ή με μια εμφάνιση με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης ή απλώς με χρήμα.'

Έρικ Τζ. Χόμπσμπαουμ, Η Σκηνή της Τζαζ, μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας

Λιτανείες Του Ρόδου [απόσπασμα]


Λουλούδι υποκριτικο,
λουλούδι της σιωπής.

Ρόδο στο χρώμα του χαλκού, πιο απατηλό απ’ τις χαρές μας, ρόδο στο χρώμα του χαλκού, ταρίχευσέ μας μέσα στα ψεύδη σου, λουλούδι υποκριτικό, λουλούδι της σιωπής.

Ρόδο με πρόσωπο βαμμένo σαν της μικρής ερωμένης, ρόδο με καρδιά ιερόδουλης, ρόδο με βαμμένο το πρόσωπο, προσποιείσαι πως είσαι αξιολύπητο, λουλούδι υποκριτικό, λουλούδι της σιωπής.

Ρόδο με το παιδικό μάγουλο, ω παρθένα εσύ μελλοντικών προδοσιών, ρόδο με το παιδικό μάγουλο, ροδαλό κι αθώο, ρίξε τα δίχτυα που έχει το καθαρό σου βλέμμα, λουλούδι υποκριτικό, λουλούδι της σιωπής.

Ρόδο από ατόφιο χρυσό, σεντούκι του ιδεώδους, ρόδο από ατόφιο χρυσό, παράδωσέ μας το κλειδί της μήτρας σου, λουλούδι υποκριτικό, λουλούδι της σιωπής.

Ρόδο στο χρώμα του ασημιού, θυμιατό των ονείρων μας, ρόδο από ασήμο, πάρε την καρδιά και και καν την καπνό, λουλούδι υποκριτικό, λουλούδι της σιωπής.


από το Ρεμί ντε Γκουρμόν, Λιτανείες Του Ρόδου ~ Ζεράρ ντε Νερβάλ, El Desdichado, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Bibliothèque

* * *

  'Στις Λιτανείες του Ρόδου, ο Γκουρμόν στράφηκε σ’ αυτό στο οποίο δεν αντεπεξήλθε ικανοποιητικά ποτέ. Εκεί ο Γκουρμόν, ποιητής και συνάμα έκνομος ομοληγητής, θριάμβευσε διασκεδάζοντας με το «παραστράτημά» του, το οποίο του επέτρεψε μία απρόσμενη ξεδίπλωση, και όχι μεταξύ ιδεών ή προσώπων. Το ρόδο είναι ο ροδώνας των γυναικείων εφηβαίων, λιτανείες οι πτυχές, οι μορφές, οι ερωτικές τους ακτινοβολίες. Μα συναντά κανείς κάτι επιπλέον, που είναι η ρίζα και ο μίσχος του ποιήματος, το φάσμα της αδιάκοπης εξαίρεσης.
   Ο Γκουρμόν, παρότι ήταν βαθιά πνευματικός σε όλα του, μεγαλούργησε ως ποιητής, ως διανοητής/μάρτυρας των πιο αδιευκρίνηστων, των πιο φίνων πτυχών του ερωτισμού, όχι του έρωτα, και ήταν σ’ αυτό κατηγορηματικός  εκτύλιξε μία ποινή ερωτισμού, ακριβώς διότι διέβλεψε σε αυτήν ένα μοναδικό ποιητικό «έλεος». Οι Λιτανείς Του Ρόδου αποτελούν απαράβλητο μυστηριακό σημάδι στα πεδία του ερωτικού αποκρυφισμού. Διακριτική ρυθμική ειρωνεία με παλμούς ευσέβειας και βλασφημίας.'

Γιάννης Λειβαδάς, από τον Πρόλογο της έκδοσης

  'Ο Νάγκουζα δεν προσδοκούσε παρά ένα πράγμα: να κάνει ωραίο καιρό τη μέρα του θανάτου του. Γιατί, αντιθέτως με τους αλαζόνες πολεμικούς αρχηγούς που δεν διανοούνται να εγκαταλείψουν αυτόν τον κόσμο χωρίς να παρασύρουν τους φανατικούς οπαδούς τους μαζί τους, σκεφτόταν με ευχαρίστηση ότι η ζωή θα συνεχιζόταν χωρίς αυτόν. Μετά από έναν ύστατο περίπατο (και αν τα πόδια του αρνούνταν να τον κρατήσουν, δε θα τον πείραζε να θυμάται κάποιον ιδανικό περίπατο, αντλώντας από τις αναμνήσεις του), θα εγκατέλειπε τη ζωή όπως εγκταλείπει κανείς ένα κήπο, ένα ναό ή μια βιβλιοθήκη, χωρίς να αναστατώσει τη συνήθη και ήσυχη πορεία των πραγμάτων, ώστε σχεδόν να μη γίνει αντιληπτός ο θάνατός του που δεν θα πρέπει να κάνει περισσότερο θόρυβο από όσο ένα έντομο που πέφτει από ένα κλαδάκι. Ήλπιζε ότι η Δυτική Αγορά, μπροστά από την οποία περνούσε εκείνη τη στιγμή το φορητό κάθισμα, θα συνέχιζε να αντηχεί από το τύμπανο των μπαμπού τα οποία χτυπούσαν με φρενίτιδα οι έμποροι για να θυμίσουν στην πελατεία ότι η φωτιά είχε σκορπίσει σαν σμήνος σπουργιτιών.
   Προσευχόταν λοιπόν ώστε η ημέρα της κηδείας του να είναι ηλιόλουστη, με τα πουλιά να παίζουν στο υγρό μισοσκόταδο ενός μικρού δάσους. Τα πουλιά δεν παίζουν βεβαίως, δεν έχουν χρόνο γι’ αυτό, οφείλουν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, αλλά ο Νάγκουζα υπολόγιζε ότι θα του απέμενε αρκετή φαντασία τη στιγμή του θανάτου του για να φανταστεί ένα σμήνος από γαλάζιους μυφοχάφτες να κυνηγιούνται ανάμεσα στα μπαμπού βγάζοντας την αργή και τόσο μελαγχολική κραυγή τους — τέλεια κραυγή για να συνοδεύσει την επιθανάτια αγωνία του τελευταίου διευθυντή της Υπηρεσίας Κήπων και Λιμνών.'

  '— Αυτή η μυρωδιά, του απάντησε ο Νάγκουζα, μου θυμίζει τη μυρωδιά του πάρα πολύ πλυμένου ρυζιού, πολύ βρασμένου σε δυνατή φωτιά, και τη μυρωδιά μεταξωτής τουαλέτας που μια αφηρημένη υπηρέτρια ξέχασε κάτω από τη βροχή και που τώρα είναι οριστικά κατεστραμμένη, και πιο πολύ από όλα μου θυμίζει τη ναυτία, την ομορφιά που έχει αποσυντεθεί, κι ύστερα τον θάνατο των πουλιών — αλλά όλα αυτά είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα, έτσι δεν είναι;
  — Μπα! ο θάνατος ενός πουλιού δεν είναι τίποτα, είπε ο Κουσακάμπε που του άρεσε ιδιαιτέρως το κυνήγι και έδινε και την τελευταία ρανίδα του αίματός του για να συντηρεί γι’ αυτόν τον σκοπό μια φωλιά γερακιών που οι ένοικοί της, καθώς δεν τους φρόντιζε και δεν τους τάιζε καλά, πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον.
   — Νομίζεις, Ατσουχίτο ; Εγώ νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα που να εκφράζει πιο καλά την ιδέα της θλίψης απ όσο ένα πουλί με κρύα και άκαμπτα φτερά.'


Ντιντιέ Ντεκουάν, Η Υπηρεσία Κήπων και Λιμνών, μτφρ. Ιφιγένεια Μπουτουροπούλου, εκδ. Στερέωμα