'If the plastic arts were put under psychoanalysis, the practice of embalming the dead might turn out to be a fundamental factor in their creation. The process might reveal that at the origin of painting and sculpture there lies a mummy complex. The religion of ancient Egypt, aimed against death, saw survival as depending on the continued existence of the corporeal body. Thus, by providing a defense against the passage of time it satisfied a basic psychological need in man, for death is but the victory of time. To preserve, artificially, his bodily appearance is to snatch it from the flow of time, to stow it away neatly, so to speak, in the hold of life. It was natural, therefore, to keep up appearances in the face of the reality of death by preserving flesh and bone. The first Egyptian statue, then, was a mummy, tanned and petrified in sodium. But pyramids and labyrinthine corridors offered no certain guarantee against ultimate pillage.
   Other forms of insurance were therefore sought. So, near the sarcophagus, along- side the corn that was to feed the dead, the Egyptians placed terra cotta statuettes, as substitute mummies which might replace the bodies if these were destroyed. It is this religious use, then, that lays bare the primordial function of statuary, namely, the preservation of life by a representation of life. Another manifestation of the same kind of thing is the arrow-pierced clay bear to be found in prehistoric caves, a magic identity-substitute for the living animal, that will ensure a successful hunt. The evolution, side by side, of art and civilization has relieved the plastic arts of their magic role. Louis XIV did not have himself embalmed. He was content to survive in his portrait by Le Brun. Civilization cannot, however, entirely cast out the body of time. It can only sublimate our concern with it to the level of rational thinking. No one believes any longer in the ontological identity of model and image, but all are agreed that the image helps us to remember the subject and to preserve him from a second spiritual death. Today the making of images no longer shares an anthropocentric, utilitarian purpose. It is no longer a question of survival after death, but of a larger concept, the creation of an ideal world in the likeness of the real, with its own temporal destiny. “How vain a thing is painting” if underneath our fond admiration for its works we do not discern man’s primitive need to have the last word in the argument with death by means of the form that endures. If the history of the plastic arts is less a matter of their aesthetic than of their psychology then it will be seen to be essentially the story of resemblance, or, if you will, of realism.'

André Bazin, What Is Cinema? Volume 1, translator: Hugh Gray, publisher: University of California Press

  'Μέθοδος τῆς ἐτυμολογίας εἶναι ἡ ἀνάλυση μιᾶς λέξης, τὸ κ ο μ μ ά τ ι α σ μ ά της δηλαδὴ ἔτσι ὥστε νὰ ἐντοπιστεῖ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ κομμάτια (ἤ τὰ ἀποσπάσματα) ἡ ἀρχικὴ ρίζα ἤ ὁ ἀρχικὸς ὅρος (τὸ ἔτυμον) ἀπὸ ὅπου ἡ λέξη αὐτὴ προῆλθε. Τὸ πνεῦμα λοιπὸν γιὰ νὰ προβεῖ στὴν αὐτοενδοσκόπησή του πρέπει πρῶτα νὰ ἀναλύσει, νὰ διχοτομήσει ἤ νὰ κομματιάσει τὴ σύνθετη ἔννοιά του. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐτυμολογία δὲν εἶναι μόνο μιὰ ἔρευνα σὲ βάθος, ἀλλὰ καὶ μιὰ καταστροφικὴ μέθοδος, μιὰ διαλυτικὴ διαδικασία. Χωρὶς τὴν αὐτοδιχοτόμηση ἐτούτη ὁ ἔτυμος λόγος (ἤ τὸ πνεῦμα) δὲν μπορεῖ νὰ ἐτυμολογήσει τὴν ἔννοιά του -τὸ ὄ ν ο μ α ἤ τὸν ἑ α υ τ ό του. Ἀπὸ τὴν αὐτο-ετυμολογία ἤ αὐτο-διχοτόμησή του, προκύπτουν δυὸ διπλὰ ἀ π ο σ π ά σ μ α τ α ποὺ συνθέτουν τὴν ἔννοιά του: Τὸ ἀπόσπασμα ἔτυμος, ποὺ σημαίνει «ἀληθινός», καὶ τὸ ἀπόσπασμα λόγος, ποὺ δηλώνει ὄχι μόνο τὴ «λέξη» ἤ τὴ «γλωσσικὴ πραγματεία», ἀλλὰ καὶ τὴ «σκέψη»· καθὼς  ἐπίσης καὶ τὰ ἀποσπάσματα ἔτυμος καὶ ego (<etymol>ogy = ygo = ego), ποὺ ὁ συνδυασμός τους ὑποδηλώνει τὴν (ἀληθινή) ρίζα τοῦ «ἐγῶ». Γεγονὸς ποὺ σημαίνει πὼς τὸ (ἀνικανοποίητο) αἴτημα τοῦ λόγου (πνεύματος) γιὰ τὸν ἐντοπισμὸ τῆς ἀληθινῆς ρ ί ζ α ς του ἤ τῆς ἀληθινῆς σ η μ α σ ί α ς του ποὺ εἶναι κρυμμένη στὴν ἔννοιά του, εἶναι προϊὸν τῆς α ὐ τ ο συ ν τ ρ ι β ῆ ς του. Ἡ «ἐτυμολογία» συνιστᾶ ἕναν διπλὸ καθρέφτη αὐτῆς τῆς αὐτοσυντριπτικῆς διαδικασίας.'

Α. Κ. Χριστοδούλου, Ένα Διπλό Πρελούδιο στο Μόμπι-Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, εκδ. Ίνδικτος

'Time to Go Now' [album: Early October (1995)] - The British Saxophone Quartet

  'Γιατὶ ἐκεἶνο τὸ ὄν ποὺ εἴδαμε νὰ εἶναι θαμμένο κάτω ἀπὸ τοὺς ὅρους antique καὶ antiquites εἶναι κι ἐδῶ κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὶς μάσκες τῶν ὅρων profound καὶ profundities. Κάτω ἀπὸ ἕνα ἐλλειπτικὸ ὄνομα, ἀπὸ ἕνα παρόμοιο «ἀπομεινάρι», μὲ δυὸ ὄψεις καὶ δυὸ σημασίες, μὲ διπλὸ «σῶμα» καὶ διπλὴ «ψυχὴ» δηλαδή. Γιατί τὸ ἐλλειπτικὸ οὐσιαστικὸ profound εἶναι σύνθετο· τὸ λειψὸ «σῶμα» τοὺ ἀποτελεῖται (καὶ παράγεται) ἀπὸ τὴ λατινικὴ πρόθεση pro, ποὺ σημαίνει «πρὸ ὀφθαλμῶν», «ἐπὶ παρουσίᾳ», «ένώπιον», καὶ τὸ λατινικὸ οὐσιαστικὸ fundus ποὺ σημαίνει «βυθός». Σύνθετη ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ λέξη profundity, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ profound καὶ τὴν κατάληξη -ty, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ λἐξη antiquity. Ἀλλὰ καὶ ἡ «ψυχὴ» τῶν ὅρων αὐτῶν εἶναι διπλή. Καὶ οἱ δυὸ προϋποθέτουν μιὰν ἀπατηλὴ «ἐπιφάνεια» (pro) καὶ οἱ δυὸ σημαίνουν τὸ ἴδιο ἀσύλληπτο «βάθος» (fundus). Εἶναι λοιπὸν μάσκες ἑνὸς δισυπόστατου, λειψοῦ καὶ ἀθέατου ὄντος «μὲ ἀβυσαλλέο βάθος». Τὸ ὄν τοῦτο, προικισμένο «μὲ κρυφὲς ἰδιότητες», καὶ εἰδικὰ «μὲ μιὰν ἐξαιρετικὴ ἱκανότητα νὰ διεισδύει σὲ βαθιὲς περιοχὲς τῆς γνώσης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς σκέψης», δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ὄν «νοητικό», ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὸ σ ῶ μ α (τὰ ψ η φ ί α) καὶ τὴν ψ υ χ ή (τὴ σ η μ α σ ί α) τοῦ ὅρου profound, ποὺ σημαίνει «νοητικὸ βάθος», κρυμμένο κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειά του, ποὺ εἶναι μοιραῖα ἀπατηλή. Γιατὶ ἕνα ὄν μὲ «ἀβυσσαλέο νοητικό βάθος» εἶναι ἕνα ὄν ποὺ ἡ «ἀληθινὴ οὐσία» του (all truth) δὲ βρίσκεται στὴν ἐπιφάνειά του (στὴ γλωσσικὴ ἔκφρασή του), ἀλλὰ εἶναι κρυμμένη σὲ ἕνα ἀδιάκριτο καὶ ἀνέκφραστο βάθος. Εἶναι λοιπὸν ἕνα ὄν ἀ ν τ ι φ α τ ι κ ό, μὲ άπατηλὴμορφὴ καὶ ἄ-γνωστη, ἀσύλληπτη ψυχή. Ὁ Μέλβιλ μὲ τὶς ὑποδηλώσεις αὐτὲς τονίζει ξανὰ πὼς «ὅ,τι εἶναι ἀληθινό» (all truth) σὲ αὐτὸντὸν κόσμο εἶναι κρυμμένω κάτω ἀπὸ τὶς λέξεις, κάτω ἀπὸ τὶς ἀπατηλὲς μάσκες ἑνὸς ἀ ν τ ι φ α τ ι κ ο ῦ ὄντος, ποὺ ὑπάρχει μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐξαπατάει μὲ τὶς μάσκες ἐτοῦτες τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Ἕνας τρόπος λοιπὸν γιὰ νὰ βιώσουμε «ὅλη τὴν ἀλήθεια» εἶναι νὰ καταστρέψουμε αὐτὲς τὶς ἀπατηλὲς μάσκες-λέξεις καὶ νὰ βουλιάξουμε σὲ αὺτὸ τὸ «βάθος» ὅπου κυριααρχεῖ μιὰ/ἡ τραγικὴ αὐτοσυντριβὴ - γιατὶ ἐτούτη ἡ καταστροφὴ σημαίνει συντριβῆ ὅλων τῶν ἰδεῶν, ὅλων ἐκείνων τῶν δῆθεν «κατακτήσεων» τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν τοῦ ἀνθρώπου ποὺ «καλλωπίζουν» (μακιγιάρουν καὶ φτιασιδώνουν δηλαδή) αὶῶνες ὁλόκληρους τὸ ἐκ γενετῆς παραμοδρφωμένο προσωπεῖο μας.'

Α. Κ. Χριστοδούλου, Ο Αιχμάλωτος Βασιλιάς: Σχόλια σε μια Παράγραφο του Μόμπι-Ντικ, εκδ. Ίνδικτος

'Ἀπρίλιος  1910
Σιγὰ-σιγὰ πλησιάζω στὴν περίοδο τῆς ζωῆς μου ποὺ ἡ ἐργασία κατέχει τὴν πρώτη θέση. Ὅταν καὶ τὰ δυό μου παιδιά ἔφυγαν ταξίδι γιὰ τὸ Πάσχα, δὲν ἔκανα σχεδὸν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ δουλεύω. Δούλευα, κοιμόμουν, ἔτρωγα καῖ πήγαινα μικροὺς περιπάτους. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως δούλευα. Κι ὅμως ἀναρωτιέμαι μὴν ἀπὸ μιὰ τέτοια δουλειὰ λείπει ἡ «εὐλογία». Ἀπερίσπαστη πλέον ἀπὸ ἄλλες συγκινήσεις δουλεύω ὅπως βόσκει ἡ ἀγελάδα. Ἀλλὰ ὁ Χέλλερ εἶπε κάποτε, αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος, μιὰ τέτοια ἡσυχία. Ἴσως μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο «δημιουργῶ» κάπως περισσότερο. Τὰ χέρια δουλεύουν, δουλεύουν, καιτὸ μυαλὸ νομίζει ὅτι παράγει ὁ Θεὸς ξέρει τί. Κι ὅμως παλιότερα, στὸν τόσο περιορισμένο χρόνο τῆς δουλειᾶς μου, ἤμουν πιὸ παραγωγική, γιατὶ ἤμουν πιὸ εὐαίσθητη, ζοῦσα ὅπως πρέπει νᾶ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἐνδιαφερόμουν μὲ πάθος γιὰ τὰ πάντα. Τώρα δουλεύω τὴ δεύτερη πλάκα στὸ Θάνατο. Καμιὰ φορά, ἐρωτευμένη μὲ τὴ δουλειά μου, θαρρῶ πὼς πηγαίνω πολὺ πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ ἕνα διάλειμμα δύο ὡρῶν, ποῦ πῆγε ἡ σαϊτιὰ τῆς ἰδιοφυΐας; Τότε δὲν μοῦ φαίνεται καθόλου ξεχωριστὸ ὅ,τι ἔχω κάνει. Αὐτὸ μὲ βασανίζει. Ἡ δύναμη, ἡ δύναμη λιγοστεύει.'

Κέτε Κόλβιτς, Ημερολόγια και Γράμματα, μτφρ. Ανθή Λεούση, εκδ. Ίνδικτος

           'Τὸ αἰσθάνεσθαι τὸν κόσμον ὡς ἔν πεπερασμένον ὅλον εἴναι ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸ μυστικὸν (das Mystische).
   Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἕχομεν τὸ αἴσθημα ὅτι ὑπάρχει τι πέρα τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος εἶναι τὸ σύνολον τῶν γεγονότων, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ διὰ τῆς γλώσσης. Τὸ πῶς εἶναι ὁ κόσμος τῶν γεγονότων δὲν συνάπτεται πρὸς τὸ «μυστικόν», διότι τὰ γεγονότα εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν σαφῶς διὰ τῆς γλώσσης, δηλαδὴ νὰ περιγραφοῦν· τὸ ὅτι ὅμως ὁ κόσμος τῶν γεγονότων ὑπάρχει ὡς πεπερασμένον ὅλον, τοῦτο δημιουργεῖ μίαν ἔκπληξιν (astonishment), τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ». Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχουν πεπερασμένα γεγονότα (κατά τὴν ἔννοιαν τοῦ Tractatus), τὰ ὁποῖα ἐκφράζονται διὰ τῆς γλώσσης, εἶναί τι τὸ προκαλοῦν τὸν θαυμασμόν, τὴν ἕκπληξιν, τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ». Τὸ «θεᾶσθαι τὸν κόσμον τῶν γεγονότων ὡς περιωρισμένον τι ὅλον» σημαίνει ὅτι ὐπάρχουν καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθοῦν κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζονται τὰ γεγονότα. Ταῦτα ἁπλῶς δηλοῦνται, φανερώνονται, ἀποκαλύπτονται. Ἄλλη σημαντικὴ πρότασις, συναπτόμενη πρὸς τὸν μυστικισμόν, εἶναι ἡ 5.552:
            Ἡ «ἐμπειρία» τὴν ὁποίαν χρειαζόμεθα, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν λογικήν, δὲν εἶναι τὸ ὅτι κάτι εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν ἤ ἐκείνην τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ ὅτι κάτι ὑπάρχει: καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐμπειρία.
   Ἡ «ἐμπειρία» ὅτι κάτι ὑπάρχει (δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος), εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ τοὺ μυστικισμοῦ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐμπειρίας, ἥτις ὡς γεγονὸς εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ· διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸν μυστικισμόν. Ὅμως εἶναι ἀναγκαία, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν λογικήν. Ἡ γνώμη αὕτη τοῦ W. (T 5.552) ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἐπειδὴ συνάπτει τὸν μυστικισμὸν πρὸς τὴν λογικήν· θεωρεῖ δὲ τὸ αἴσθημα τοῦ «μυστικοῦ» (das Mystusche) ὡς βάσιν διὰ τὴν κατανόησιν τῆς λογικῆς.
   Τοῦτο συμβαίνει, διότι αἱ προτάσεις τῆς λογικῆς, ὡς ἐν τοῖς προηγουμένοις ἐδείχθη, ἀποτελοῦν τὰς δύο ἀκραίας καταστάσεις τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι, μολονότι οὐδὲν λέγουν περὶ τοῦ κόσμου, ἐν τούτοις προσδιορίζουν τὰ ὅρια τοῦ κόσμου (the limits of the world) καὶ ἐκφράζουν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι λέγουν τι περὶ τοῦ κόσμου. Ἐὰν κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ὑπάρχῃ ὁ κόσμος ὡς πεπερασμένον ὅλον, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ὑπάρχῃ ἡ πηγὴ τοῦ μυστικισμοῦ, τότε ἡ λογικὴ δὲν ἔχει τὸ συγκεκριμένον, πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κόσμου, εἶναι κεναὶ περιεχομένου.
   Ἀλλ’ ὑπάρχει βαθυτέρα ἔτι σχέσις μεταξύ μυστικισμοῦ καὶ λογικῆς. Διότι αἱ προτάσεις τῆς λογικῆς δεικνύουν ἁπλῶς τὰς λογικὰς ἰδιότητας τῆς γλώσσης καὶ ἑπομένως τοῦ κόσμου, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ αὐτοῦ λέγουν. Αἱ «έμπειρικαί» δὲ προτάσεις, δηλαδὴ αἱ κατ’ ἐξοχὴν προτάσεις, δὲν ἀποκαλύπτουν κατὰ τρόπον πρόδηλον τὰς ἱδιότητας αὐτάς, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τὴν ἀλήθειάν των δι’ ἀπλῆς θέας αὐτῶν. Ἠ ἀνάλυσις ὅμως αὐτῶν ἀποκαλύτπει τὴν πραγματικήν των δομὴν, τὴν λογικὴν αὐτῶν μορφήν. Τὸ ὅτι καὶ αὖται ἔχουν λογικὴν δομὴν, δηλαδὴ λογικὰς ἰδιότητας, συνάγεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μὴ λογικὴν (illogical) γλῶσσαν. Μεταξὺ γλώσσης καὶ λογικῆς ὑπάρχει στενότατη σχέσις· πᾶσαι δὲ αἱ προτάσεις ἔχουν ὥς τι τὸ κοινόν: τὴν λογικὴν μορφήν, δηλαδὴ τὰς λογικὰς ἰδιότητας· ἄλλως αὖται δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ εἴπουν τι περὶ τοῦ κόσμου τοῦ ὁποίου τὴν δομὴν εἰκονίζουν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ὁμολογία μορφῆς μεταξὺ ἀτομικοῦ γεγονότος καὶ ἀτομικῆς προτάσεως. Ὄ,τι ὅμως καθιστᾷ δυνατὴν τὴν εἰκόνισιν αὐτήν, δηλαδὴ ἡ λογικὴ μορφή, εἶναί τι τὸ ὁποίον καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ διὰ τῶν μέσων τῆς γλώσσης· ἡ λογικὴ μορφὴ ἁπλῶς δείκνυται διὰ τῆς γλώσσης, ἀλλὰ δὲν παρίσταται, δηλαδὴ δὲν ἐκφράζεται. Ἡ λογικὴ δηλονότι μορφὴ εἶναι τι τὸ ἀνέκφραστον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συνάπτει τὴν λογικὴν μορφὴν πρὸς τὸν μυστικισμόν [...].'

Κωσταντίνος Ι. Βουδούρης, Η Θεωρία του Νοήματος εν τη Φιλοσοφία του Ludwig Wittgenstein, εκδ. Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 1972

  'Γιὰ τὸν Cirlot, τὸ σύμβολο τῆς ἐπιφάνειας, σὲ σχῆμα κυματιστῆς γραμμῆς μὲ μικρὲς αἰχμηρὲς κορυφὲς, στὴ γλώσσα τῶν αἰγυπτιακῶν ἱερογλυφικῶν, εἶναι ἡ ἀναπαράσταση τῶν νερῶν. Ὁ τριπλασιασμὸς τοῦ συμβόλου σημαίνει μεγάλο ὄγκο νεροῦ, δηλαδὴ τὸν ἀρχέγονο ὠκεανὸ καὶ τὴν πρώτη ὕλη. Κατὰ τὴν ἀποκρυφικὴ παράδοση, ὁ θεὸς Νοὺ ἦταν ἡ οὐσία ποὺ ἀπ’ αὐτὴν γεννήθηκαν ὅλοι οἱ θεοὶ τῆς πρώτης ἐννεάδας. Γιὰ τοὺς Κινέζους τὰ νερὰ ἦταν ἡ συγκεκριμένη κατοικία τοῦ δράκοντα, γιατί κάθε μορφὴ ζωῆς προέρχεται ἀπὸ τὸ νερό. Στὶς Βέδες (τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν Ἰνδῶν), τὰ νερὰ ἀποκαλοῦνται mâtriamâh (τὰ πιὸ μητρικά) ἀφοὺ, στὴν ἀρχή, ὅλα ἦταν σὰν μιὰ θάλασσα χωρὶς φῶς. Γενικά, στὶς Ἰνδίες, αὐτὸ τὸ στοιχεῖο θεωρεῖται ὁ συντηρητὴς τῆς ζωῆς ποὺ κυκλοφορεῖ ἀνἀμεσα ἀπὸ ὅλη τὴ φύση σὲ μορφὴ βροχῆς, χυμοῦ γάλακτος, αἵματος. Ἀπεριόριστα καὶ ἀθάνατα, τὰ νερὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν πραγμάτων πάνω στὴ γῆ. Μέσα ἀπὸ τὴ φαινομενικὴ ἔλλειψη σχήματος διακρίνονται, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κιόλας πολιτισμούς, τὰ «ἀνώτερα» καὶ τὰ «κατώτερα» νερά. Τὰ πρῶτα ἀντιστοιχοῦν στὶς δυνατότητες ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα γιὰ δημιουργία, ἐνῶ τὰ δεὐτερα ἀνταποκρίνονται σ' αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη σχηματιστεῖ. Γενικά, ἡ ἔννοια τοῦ «νεροῦ» ἀντιστοιχεῖ σὲ κάθε ὕλη ποὺ βρίσκεται σὲ ὑγρὴ κατάσταση. Ἐπιπλέον, στὰ ἀρχέγονα νερά, ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς πρώτης ὕλης, βρίσκονταν ἐπίσης τὰ στερεὰ σώματα ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἀποκτήσει σχῆμα καὶ σκληράδα. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀλχημιστὲς ἀποκαλοῦσαν «νερὸ» τὸν ὑδράργυρο στὸ πρῶτο στάδιο μεταλλαγῆς του καί, κατ’ ἀναλογία, τὸ «ὑγρό σῶμα» τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ «ὑγρό σῶμα», σύμφωνα μὲ τὸν Cirlot, ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὴν ψυχολογία ὡς σύμβολο τοῦ ἀσυνειδήτου, δηλαδὴ τοῦ ἀνεπίσημου, δυναμικοῦ, παρορμητικοῦ, θηλυκοῦ μέρους τῆς προσωπικότητας. Ἀπὸ τᾶ νερὰ καὶ τὸ παγκόσμιο ἀσυνείδητο βγαίνει κάθε τι τὸ ζωντανὸ ὅπως βγαίνει ἀπὸ τὴ μάνα. Μία δευτερεύουσα προέκταση αὐτοῦ τοῦ συμβολισμοῦ βρίσκεται στὴν ἐξομοίωση τοῦ νεροῦ καὶ τῆς ἐνστικτώδους γνώσης. Στὴν κοσμογονία τῶν λαῶν τῆς Μεσοποταμίας, ἡ ἄβυσσος τῶν νερῶν θεωρεῖτο σύμβολο τῆς ἀβυθομέτρητης, ἀπρόσωπης γνώσης. Μία ἀρχαία ἰρλανδικὴ θεότητα ἀποκαλεῖτο Δόμμου, ποὺ σημαίνει «θαλάσσιο βάθος». Στοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, ἡ λέξη ἄβυσσος φαίνεται πὼς χρησιμοποιοῦνταν ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ καθορίζει τὸ ἀπύθμενο καὶ τὸ μυστηριῶδες. Μὲ λίγα λόγια, τὰ νερὰ συμβολίζουν τὴν παγκόσμια ἕνωση τῶν δυνατοτήτων, τὸ fons et origo (πηγὴ καὶ πρωταρχή), ποὺ προπορεύεται κάθε δημιουργίας ἤ σχήματος. Τὸ βύθισμα στὰ νερὰ σημαίνει ἐπιστροφὴ στὴν πρὸ τοῦ σχήματος μορφή, μὲ τὴ διπλὴ ἔννοια τῆς διάλυσης καὶ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἐπίσης τῆς ἀναγέννησης καὶ ἀναζωογόνησης, ἀφού τὸ βύθισμα πολλαπλασιάζει τὴ δύναμη τῆς ζωῆς. Ὁ συμβολισμὸς τῆς βάπτισης, στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὸν συμβολισμὸ τῶν νερῶν, ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸν  Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ὡς ἑξῆς: «ἀναπαριστάνει τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή, τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀνάσταση... ὅταν βυθίζουμε τὸ κεφάλι μας στὸ νερό, ὅπως σὲ ἕναν τάφο, ὁ παλιὸς ἄνθρωπος εἶναι βυθισμένος καὶ θαμμένος ὁλοκληρωτικά. Ὅταν βγαίνουμε ἀπὸ τὰ νερά, ἀπ’ αὐτὰ ἀναδύεται ξαφνικὰ ὁ νέος ἄνθρωπος». Ἡ διφορούμενη ἔννοια αὐτοῦ τοῦ κειμένου δὲν εἶναι παρὰ φαινομενική: ὁ θάνατος ἐπηρεάζει μόνο τὸ φυσικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ἡ ἀναγέννηση ἀνήκει στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, σ’ αὐτὴ τὴν ἰδιομορφία τοῦ γενικοῦ συμβολισμοῦ τῶν νερῶν. Σὲ κοσμικὸ ἐπίπεδο, στὸ βύθισμα ἀντιστοιχεῖ ὁ κατακλυσμός, ἡ μεγάλη παράδοση τῶν μορφῶν στὴ ρευστότητα ποὺ τὶς καταλύει γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὰ στοιχεῖα ποὺ μ’ αὐτὰ θὰ δημιουργήσει νέα κοσμικά πρότυπα. Ἡ ἰδιότητα τῆς διαφάνειας καὶ τοὺ βάθους, ποὺ τόσες φορὲς δίνονται στὰ νερά, ἐξηγεῖ ἔνα μεγάλο μέρος τοῦ σεβασμοῦ ποὺ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι γι’ αὐτὸ τὸ στοιχεῖο πού, ὅπως ἡ γῆ, ἦταν μιὰ θηλυκὴ ἀρχή. Οἱ βαβυλώνιοι τὴν ἀποκάλεσαν «οἶκο τῆς γνώσης». Ὁ Ὀαννός, τὸ μυθικὸ πρόσωπο ποὺ ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους τὸν πολιτισμό, ἀναπαρίσταται ὡς μισὸς ψάρι καὶ μισὸς ἄνθρωπος. Ἐπιπλέον, ἡ γέννηση ἐκφράζεται συνήθως στὰ ὄνειρα μὲ τὴ μεσολάβηση τῶν νερῶν. Ἡ μυθικὴ ἔκφραση «τὸν γέννησαν τὰ κύματα» ἤ «τὸν γλύτωσαν τὰ νερὰ» συμβολίζει τὴ γονιμότητα καὶ εἶναι μία μεταφορικὴ εἰκόνα τοῦ τοκετοῦ. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, τὸ νερὸ εἴναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν μεταβατικὸ στοιχεῖο, ἀνάμεσα στὴ φωτιὰ καὶ στὸν ἀέρα ἀπὸ τὴ μία μεριά -στοιχεῖα αἰθέρια- καὶ στῆ στερεότητα τῆς γῆς. Κατ’ ἀναλογία, τὸ νερὸ εἶναι ὁ μεσολαβητὴς ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο, στὸ διφορικὸ ρεῦμα τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἀρνητικοῦ, τῆς δημιουργίας καὶ τὴς καταστροφῆς. Οἱ μύθοι τοῦ Χάροντα καὶ τῆς Ὀφηλίας συμβολίζουν τὸ τελευταῖο ταξίδι. Δὲν ἤταν ὁ θάνατος ὁ πρῶτος ναύτης; Τὸ «διάφανο βάθος», ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα νοήματα, ἔχει εῖδικὰ τὴν ἔννοια τῆς ἐπικοινωνίας ἀνάμεσα στὸ ἐπιφανειακὸ καὶ στὸ ἀβυσσαλέο. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ποῦμε πὼς τὸ νερό διασχίζει αὐτὲς τὶς δύο εἰκόνες.'

Ε. Γκούβα, Γ. Πάσχος & Μ. Γκούβα, Οι Ιχθύες ως Σύμβολο και ως Τεχνούργημα: Απόπειρες Ερμηνείας, εκδ. Ίνδικτος