ΠΕΡΓΑΜΗΝΟΕΙΔΗΣ ΕΡΩΤΑΣ


Όταν τα παράθυρα σαν το μάτι του τσακαλιού και η επιθυμία διαπερνούν την αυγή, τα μεταξωτά βαρούλκα με ανυψώνουν πάνω στις πεζογέφυρες του προαστίου. Φωνάζω ένα κορίτσι που ονειρεύεται μέσα στο χρυσαφένιο σπιτάκι· αυτή με συναντά πάνω σε σωρούς από μαύρα βρύα και μου προσφέρει τα χείλη της που είναι σαν πέτρες στον πυθμένα του ορμητικού ποταμού. Καλυμμένα προαισθήματα κατεβαίνουν τα σκαλοπάτι των κτηρίων. Καλύτερα να αποφεύγουμε τους μεγάλους πουπουλένιους κυλίνδρους όταν οι κυνηγοί κουτσαίνουν μέσα στα παραμουσκεμένα χωράφια. Εάν κάνουμε μπάνιο μέσα στο γυαλιστερό ύφασμα των δρόμων, η παιδική ηλικία επιστρέφει στο σπίτι, γκρίζο θηλυκό λαγωνικό. Ο άνθρωπος αναζητά τη λεία του στον αέρα και τα φρούτα ξεραίνονται πάνω στα ψαθωτά από ροζ χαρτί, στη σκιά ονομάτων υπέρμετρων λόγω της λήθης. Οι χαρές και οι λύπες εξαπλώνονται στην πόλη. Ο χρυσός και ο ευκάλυπτος, με την ίδια οσμή, επιτίθενται στα όνειρα. Ανάμεσα στις τροχοπέδες και στα σκοτεινά εντελβάις αναπαύονται υπόγειες μορφές όμοιες με πώματα από φιάλες αρώματος.

*

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Σύντομα οι κήποι θα γίνουν πάνω μας σαν φάροι
Τεράστιων φυσαλίδων που σκάζουν στην επιφάνεια των ελών
Μονάχα μερικές συμβολικές κρυσταλλοποιήσεις ανάμεσα
       στις οποίες το εκκρεμές του αίματος και τα πέντε λευκά
       κάρβουνα
Μαρτυρούν πως ο ουρανός είναι ακόμη ευαίσθητος
Θα υπάρξει επίσης μια θαυμάσια κορδέλα
Τυλιγμένη χίλιες φορές γύρω από αφηρημένες φυσικές
      ομορφιές
Ω! οι φίλοι μου κλείνουν τα μάτια
Ώσπου να μην ακούμε πια να σφυρίζουν τα διάφανα φίδια
      των κατευθύνσεων
Τόσο αληθινά όσο εμείς ζούμε στην καρδιά της αρχαιότητας
Μέσα σε κάθε ηλιαχτίδα υπάρχει ένας φεγγίτης και σε κάθε
      φεγγίτη μπορεί να εμφανιστεί η Γοργόνα
Έχουμε ήδη παρευρεθεί στις μεταναστεύσεις των χεριών μας
Ακίνητοι στην όχθη ενός ποταμού βλέπουμε να περνά
η εργασία φτεροκοπώντας γρήγορα
Όπως άλλοι μαθαίνουν να αδειάζουν αθόρυβα τις τσέπες
      των κρεμασμένων και διακοσμημένων με κουδουνάκια
      ενδυμάτων τους
Καθώς σηκώνουμε το κεφάλι ο ουρανός μας δένει τα μάτια
Ας κλείσουμε τα μάτια για να υπάρξει φως εκεί που δεν
      βρισκόμαστε
Εδώ ξεγελώντας το αδύνατο αστέρι σε ένα κλαδί
Χορεύουμε σαν τη φωτιά ανάμεσα στις πούλιες του ίδιου μας
      του εαυτού
Κι αυτό θα γίνεται πάντα
Περνούμε εκπληκτικές γέφυρες
Ριχνόμαστε μες στις κοιλάδες των δακρύων
Με την πάροδο του χρόνου οι κύκνοι δε θα μας απαντούνε πια
Σε εμάς που επιστρέφουμε σε ιδανικές μορφές
Με τις οποίες οι εποχές θα πάνε στα κατεπείγοντα
Και οι κύκνοι θα εκβιάσουν τον μαγικό
Κίνδυνο πάνω στο ανύπαρκτο σχοινί του
Για να μας βοηθούν να παίρνουμε τους συντομότερους δρόμους

*

ΦΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ


Δεν δίνω καμιά σημασία στη ζωή
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία
Δεν έχω καμία σημασία για τη ζωή
Όμως τα κλαδιά του αλατιού τα λευκά κλαδιά
Όλες οι φυσαλίδες σκιάς
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν και αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δυο φορές βήματα
Και η άμμος των οποίων θυμάται την ώρα της πλημμυρίδας
Τα κιγκλιδώματα βρίσκονται στο εσωτερικό του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά να κελαηδήσουν
      μπροστά σ’ αυτά τα κιγκλιδώματα
Μια υπόγεια διάβαση ενώνει όλα τα αρώματα
Μια μέρα μια γυναίκα μπήκε μέσα της
Αυτή η γυναίκα έγινε τόσο γυαλιστερή που δεν μπόρεσα
      να τη δω
Με αυτά τα μάτια που έχουν δει ακόμη κι εμένα τον ίδιο
      να καίγομαι
Είχα ήδη αυτή την ηλικία που τώρα έχω
Και ξαγρυπνούσα πάνω από τον εαυτό μου πάνω από τις
      σκέψεις μου σαν ένας νυχτοφύλακας σε ένα τεράστιο
      εργοστάσιο  
Μοναδικός φύλακας
Η κυκλική πλατεία μάγευε πάντοτε τους ίδιους τροχιοδρόμους
Οι γύψινες μορφές δεν είχαν χάσει τίποτα από την έκφρασή τους  
Δάγκωναν το σύκο του χαμόγελου
Γνωρίζω μια υφασματοποιία τσόχας σε μια εξαφανισμένη πόλη
Εάν μου άρεσε να εμφανιστώ μπροστά σας ντυμένος με αυτό το ύφασμα
Θα νομίζατε πως πλησιάζει το τέλος σας
Όπως και το δικό μου
Επιτέλους οι πηγές θα καταλάβαιναν πως δεν πρέπει να λένε
      μεγάλο λόγο
Προσελκύουμε τους λύκους με καθρέφτες από χιόνι
Έχω μια βάρκα χυμένη από κάθε είδους κλίμα
Παρασύρομαι από μια παγονησίδα με δόντια από φλόγες
Κόβω και σκίζω το ξύλο αυτού του δέντρου που θα είναι
      πάντοτε πράσινο  
Ένας μουσικός πιάνεται στις χορδές του οργάνου του
Η Μαύρη πειρατική Σημαία της εποχής κάποιας παιδικής ιστορίας
Προσεγγίζει ένα πλοίο που δεν είναι πλέον παρά το φάντασμα του εαυτού του
Ίσως να υπάρχει μια λαβή σε αυτό το ξίφος
Όμως στη λαβή αυτή υπάρχει ήδη μια μονομαχία
Κατά τη διάρκεια της οποίας και οι δύο αντίπαλοι αφοπλίζονται
Ο νεκρός είναι ο λιγότερο προσβεβλημένος
Το μέλλον δεν είναι ποτέ

Οι κουρτίνες που δεν ανοίχτηκαν ποτέ
Κυματίζουν στα παράθυρα σπιτιών που θα κτιστούν
Τα κρεβάτια φτιαγμένα από όλα τα κρίνα
Γλιστρούν κάτω από τις λάμπες της δροσιάς
Θα έρθει ένα βράδυ
Τα ψήγματα φωτός ακινητοποιούνται κάτω από τα γαλάζια βρύα
Τα χέρια που δένουν και λύνουν τους κόμπους του έρωτα και του αέρα
Φυλάγουν όλη τους τη διαφάνεια για εκείνα που βλέπουν
Βλέπουν φοινικόφυλλα πάνω σε χέρια
Στεφάνια μέσα σε μάτια
Όμως η ανθρακιά από φοινικόφυλλα και τα στεφάνια
Ανάβει μόλις που κάνει να ανάψει στο βάθος του δάσους
Εκεί όπου τα ελάφια γέρνοντας το κεφάλι καθρεφτίζουνε τα χρόνια
Δεν ακούγεται πια παρά ένας αδύνατος χτύπος
Από όπου πηγάζουν χίλιοι θόρυβοι πιο ελαφριοί ή πιο υπόκωφοι
Και ο χτύπος αυτός διαιωνίζεται
Υπάρχουν φορέματα που δονούνται
Και η δόνησή τους βρίσκεται στην ίδια συχνότητα με αυτόν το χτύπο
Όμως όταν θέλω να δω το πρόσωπο αυτών που τα φορούν
Μια μεγάλη ομίχλη υψώνεται από τη γη
Στο κάτω μέρος των καμπαναριών πίσω από τις πιο κομψές
      δεξαμενές ζωής και πλούτου  
Μέσα σε φαράγγια που σκοτεινιάζουν ανάμεσα σε δυο βουνά
Πάνω στη θάλασσα την ώρα που ο ήλιος δροσίζει
Τα πλάσματα που γνέφουν είναι χωρισμένα από αστέρια
Κι όμως η άμαξα που εκτινάσσεται με έναν ξέφρενο καλπασμό
Παρασύρει μέχρι και τον τελευταίο μου δισταγμό
Που με περιμένει εκεί πέρα στην πόλη όπου τα μπρούτζινα
      και τα πέτρινα αγάλματα έχουν αλλάξει θέση με τα αγάλματα από κερί
Βαγιανές βαγιανές

*

ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ


Το ατλάζι των σελίδων που γυρίζουμε στα βιβλία σχηματίζει μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζουμε ατενίζουμε αυτή τη γυναίκα με θλίψη
Δίχως να τολμούμε να της μιλήσουμε δίχως να τολμούμε να
      της πούμε πως είναι τόσο ωραία
Πως αυτό που πρόκειται να μάθουμε είναι ανεκτίμητο
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαίσθητα μέσα σε ένα θρόισμα λουλουδιών
Καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
Και ρωτά την ώρα ή ακόμα προσποιείται πως κοιτά τα κοσμήματα κατάματα
Όπως δεν κάνουν τα υπαρκτά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα εμφανίζεται στους δακτύλιους του αέρα
Μια σχισμή στο σημείο της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν τραγουδίστριες που η φωνή
      τους έχει το χρώμα της άμμου πάνω σε απαλές και
      επικίνδυνες ακτές
Και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν ελεύθερο το δρόμο σε
      πολύ νεαρά κορίτσια που οδηγούν αλυσοδέσμια ζώα
Όμως το πιο ωραίο βρίσκεται στο ενδιάμεσο διάστημα ορισμένων γραμμάτων
Όπου χέρια πιο λευκά από την αιχμηρή απόληξη των αστεριών το μεσημέρι
Καταστρέφουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
Για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά να μην μπορούν πια να ανακατευτούν
Χέρια από ανεβαίνουμε σε μπράτσα τόσο ελαφρά που
      η άχνα των λιβαδιών στα χαριτωμένα της συμπλέγματα
      πάνω από τις λιμνούλες είναι ο ατελής καθρέφτης τους
Μπράτσα που δεν αρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά μονάχα
      με τον εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος φτιαγμένου για τον έρωτα
Η κοιλιά του οποίου καλεί τους αποσπασμένους
      αναστεναγμούς θάμνων γεμάτων πέπλα
Και που δεν έχει τίποτε το γήινο παρά μόνο την απέραντη
      Παγωμένη αλήθεια ελκήθρων από βλέμματα πάνω στην κατάλευκη έκσταση
Αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
Εξαιτίας ενός θαυμάσιου μαντιλιού
Που είναι το δικό μου στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων



Αντρέ Μπρετόν, Γαιόφως και Άλλα Ποιήματα (1916 – 1936), μτφρ. Σωτήρης Λιόντος, εκδ. Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου