Η ΕΝΟΡΜΗΤΙΚΗ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

   Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε πολύ λίγο στον ενδιάμεσο κρίκο που συνδέει την αποπλάνηση και τη θηλυκότητα, στον ενορμητικό εκείνο φορέα που τις κάνει να ενώνονται, δηλαδή την παθητικότητα.
   Ας επανέλθουμε για λίγο στην ανάλυση του Ανθρώπου με τους λύκους. Ο Φρόυντ κατασκευάζει την εξής αλληλουχία: αποπλάνηση –> παθητικός σκοπός –> γυναικεία θέση. Στο σύμπλεγμα των νημάτων της επιχειρηματολογίας, που ορισμένες φορές είναι αξεδιάλυτο, μπορούμε να απομονώσουμε χονδρικά δύο εκδοχές αυτής της αλληλουχίας:
   Η πρώτη έχει να κάνει με την αποπλάνηση που διαπράττει η αδελφή του (η οποία αρπάζει το μέλος του νεαρού αδελφού της) εξαναγκάζοντας το υποκείμενο σε μια παθητική στάση: παθητικότητα η οποία τον καλεί να υιοθετήσει τη γυναικεία θέση κατά την αναζωπύρωση, εξαιτίας της περίστασης, της πρωταρχικής σκηνής.
   Η δεύτερη εκδοχή, η οποία υπόκειται λιγότερο στα γεγονότα, μεταθέτει την αποπλάνηση –και την παθητικότητα του σαγηνευμένου παιδιού που συνεπάγεται– προς την καθαυτό πρωταρχική σκηνή. Στο βάθος, όλη η παθητικότητα βρίσκεται ήδη στην υποχρεωτική θέση του θεατή της συνουσίας των γονιών: παθητικότητα ενός παιδιού που κατακλύζεται από μια δομημένη ενήλικη σεξουαλικότητα, η οποία εισβάλλει χωρίς καμία επιφύλαξη στον κόσμο του. Ο Φρόυντ προσθέτει: «Η αντίδραση ενός παιδιού ηλικίας 1½ χρονών, τη στιγμή που παρακολουθεί τη συνουσία, ήταν ήδη, κυρίως, μια παθητική αντίδραση» – η παραγωγή κοπράνων. Η διευκρίνηση είναι σημαντική, μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε τη δική μας επιχειρηματολογία: την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού «διαδέχεται» μια ερωτογενής παθητική συμμετοχή στη σκηνή. Η δεύτερη αυτή παθητικότητα δεν έχει την απόλυτη αξία της πρώτης, είναι «επικρατέστερη». Στο βαθμό που δεν είναι ποτέ εύκολο να διακρίνουμε, στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων, τι είναι καθαρά παθητικό και τι είναι ήδη επανάκτηση, ενεργητική­ κυριαρχία του σεναρίου. Τα κόπρανα διαφεύγουν ή εκπέμπονται; Η περίπτωση του πρωκτικού αυνανισμού είναι χαρακτηριστική, τη στιγμή που το παιδί είναι ταυτόχρονα διεγερτικά κόπρανα και διεγερμένη μεμβράνη, τη στιγμή που μέσα στην ίδια πράξη βιώνει την εμπειρία της παθητικότητας και της αποστασιοποίησής της.
   Το να καθορίσομε την ενορμητική παθητικότητα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η πρωτογενής παθητικότα, εκείνη η οποία χαρακτηρίζει τη γενικότερη κατάσταση σαγήνης, είναι ένα σχεδόν εμπορικό δεδομένο, το οποίο συνδέει το αβοήθητο νεογέννητο (που δηλώνει η έννοια Hilfosigkeit) και τον ενήλικο που το φροντίζει και το αγαπά. Ο Ζαν Λαπλάνς επικαλείται τους φιλοσόφους και την κλασική αντιπαράθεση ανάμεσα στη δράση και το πάθος για να προσδιορίσει αυτή την κατάσταση, και όχι την ψυχαναλυτική εμπειρία.
   Η παθητικότητα που προσπαθούμε εμείς να αποσαφηνίσουμε από την πλευρά μας, η οποία συνδέεται με τη θηλυκότητα (της γυναίκας ή του άνδρα), τοποθετείται απόλυτα από την πλευρά ενός ίδιου υποκειμένου – παρόλο που σκηνοθετείται στη σεξουαλική ζωή με έναν σύντροφο. Επειδή προϋποθέτει από τη φύση της έναν δράστη (του οποίου την πράξη κάποιος υφίσταται), η παθητικότητα επιβάλλει ένα είδος διχασμού σε δύο άτομα που βρίσκονται στην ίδια ψυχική σκηνή: τον δράστη και τον παθόντα. Η γυναίκα του φαντασιώνεται μια (σεξουαλική) επίθεση είναι ταυτόχρονα η επιτιθέμενη και η δημιουργός της φαντασίωσης. Ο Φρόυντ, για να παρακάμψει αυτή τη δυσκολία, είχε προτείνει την έννοια του ενορμητικού παθητικού σκοπού, διευκρινίζοντας ότι ένα «μεγάλο μέρος ενέργειας ίσως να είναι απαραίτητο ώστε να επιβληθεί ένας παθητικός σκοπός».
   Η δική μας προσέγγιση μας οδηγεί στο να αποκαταστήσουμε το ζεύγος θηλυκότητα/παθητικότητα με ένα είδος αναγκαιότητας – κάτι που, αναμφισβήτητα, δεν θα αρέσει σε όλους. Το να αποκαταστήσουμε είναι πράγματι η σωστή έννοια· δεν πρέπει άλλωστε να «αναγνωρίσουμε» στον Φρόυντ ότι διαχώρισε τη θηλυκότητα από την παθητικότητα; Αν σταθούμε πιο προσεκτικά σε αυτό τον διχασμό, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά τις Νέες Διαλέξεις του 1932, θα αντιληφθούμε ότι οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη θεωρία του πρωταρχικού ανδρισμού του παιδιού και σε μια ταύτιση, η οποία έμμεσα διατηρείται ανάμεσα στο ενεργητικό και στο ανδρικό: αν το κοριτσάκι είναι ένας μικρός άνδρας, θα πρέπει, συνεπώς, να είναι το ίδιο ενεργητική όσο και το αγόρι.
   Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε και να διαφοροποιήσουμε κάποια σημεία, αλλιώς θα προσπεράσουμε το πιο σημαντικό. Μέσα στην ίδια τη λέξη «παθητικότητα» ενσωματώνονται συνήθως διάφορες έννοιες, χωρίς μεγάλη σχέση μεταξύ τους. Ο Φρόυντ είναι ο πρώτος που ενέχεται στη δημιουργία αυτής της σύγχυσης.
   Αν πράγματι υποστηρίζουμε ότι οι επιθυμίες του κοριτσιού απέναντι στα πρώτα αντικείμενα δεν είναι, περισσότερο απ’ ό,τι στο αγόρι, απαλλαγμένες από κάποιες «ενεργητικές ώσεις», ότι «οι επιθετικές παρορμήσεις των κοριτσιών δεν υστερούν διόλου σε πλούτο ούτε σε βία», σε σχέση με τις παρορμήσεις των αγοριών, τότε συμφωνούμε. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να επεκταθούν και στους ενηλίκους των δύο φύλων, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής «δραστηριότητας». Δεν είναι μόνο η θηλυκή αράχνη πιο ενεργητική από την αρσενική κατά το ζευγάρωμα – ποια είναι άραγε η συνεισφορά του άγχους ευνουχισμού για τον Φρόυντ όταν επιλέγει αυτό το παράδειγμα, όπου ενώνονται ζωολογία και παραδοσιακός συμβολισμός; Ο Αριστοφάνης είχε γράψει πριν από πολλούς αιώνες ότι «στις γυναίκες αρέσει να καβαλάνε».
   Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, αν το κορίτσι δεν υστερεί σε δραστηριότητα σε σχέση με το αγόρι, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ένας μικρός άνδρας. Αυτό σημαίνει αντίθετα ότι η ταύτιση με τον ενεργητικό πόλο της επιτρέπει, όπως και στο αγόρι, να ελέγχει, να συνδέει αυτό που υπερβαίνει την παθητική στάση, αυτό που κατακλύζει τις δυνατότητες απαρτίωσης του εγώ. Πρόκειται για ένα πλεόνασμα, το οποίο γεννιέται από την συγκυρία της ενορμητικής παθητικότητας και της συνθήκης στην οποία βρίσκεται το κορίτσι ως «αποπλανημένη».
   Πριν προσδιορίσουμε πιο συγκεκριμένα την ενορμητική παθητικότητα, ας πούμε, καταρχάς, τι δεν είναι.
   Όταν η «παθητικότητα» συνδυάζεται με τη «θηλυκότητα», τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται σύμφωνα με τη φαλλοκεντρική αντίληψη του Φρόυντ. «Η ατροφία του πέους [δηλαδή της κλειτορίδας που δεν θέλει να μεγαλώσει] ευνοεί τη μεταλλαγή των άμεσα σεξουαλικών τάσεων σε τάσεις τρυφερές, ανεσταλμένες ως προς τον σκοπό». Η συγκεκριμένη παθητικότητα είναι μια «μετ-ευνουχιστική» κατάθλιψη· ευνουχισμένος και παθητικός είναι συνώνυμα. Η παθητικότητα αυτή περιγράφει τη στάση ενός κοριτσιού (μιας γυναίκας) η οποία δεν μπορεί να συνέλθει, επειδή δεν είναι ο «μικρός άνδρας» που νόμιζε ότι ήταν – έχοντας διαβάσει Φρόυντ… ή, αν μιλήσουμε πιο σοβαρά, επειδή η ιστορία της τής χάραξε αυτή τη μοίρα. Πρόκειται για μια παθητικότητα του τύπου «προς τι;», συνώνυμο της αδράνειας, την οποία δύσκολα διαχωρίζουμε από την ψυχρότητα. Απόδειξη είναι μια παρατήρηση της Χέλεν Ντόυτς: «Η απουσία αυθόρμητης κολπικής δραστηριότητας αποτελεί τη βάση –από την άποψη της φυσιολογίας– της γυναικείας παθητικότητας». Η φεμινιστική ψυχαναλυτική κριτική εναντιώθηκε σε αυτού του είδους την παθητικότητα, που αποτελεί άρνηση της δραστηριότητας και, συγχρόνως, αποσιώπηση του σεξουαλικού· αυτός είναι και ο λόγος που αγνόησε την άλλη διάσταση του θέματος.
   Αυτή την άλλη όψη τη συναντάμε μέσα από τις πρώτες διατυπώσεις του Φρόυντ, το 1896, όταν αυτός προσπαθεί να διευκρινίσει τη διαφορά ανάμεσα στην υστερία και στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Στο βάθος της υστερικής αιτιολογίας, γράφει ο Φρόυντ, βρίσκουμε ένα συμβάν σεξουαλικής παθητικότητας, «μια εμπειρία που έχει βιωθεί με αδιαφορία ή με κάποια οργή ή με τρόμο». Αυτή η έντρομη παθητικότητα απηχεί την έκπληκτη παθητικότητα του παιδιού-θεατή, το οποίο κατακλύζεται από το πλεόνασμα διέγερσης της φαντασίωσης της πρωταρχικής σκηνής· γενικότερα, έχει να κάνει με την πρωτογενή παθητικότητα, την παθητικότητα του «τρυφερού» παιδιού που το «πάθος» του ενήλικου το καθιστά πρόωρα «απολαυστικό» ή «μιαρό».
   «Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης», συνεχίζει ο Φρόυντ, «πρόκειται, αντίθετα, για ένα συμβάν που έχει προκαλέσει ευχαρίστηση, για μια σεξουαλική επίθεση που προέρχεται από την επιθυμία (στην περίπτωση του αγοριού) ή για μια συμμετοχή με οργασμό κατά τη σεξουαλική πράξη (στην περίπτωση του κοριτσιού). Υπάρχουν λοιπόν δύο διαδρομές: η μία οδηγεί από την έντρομη παθητικότητα σε μια έμπρακτη ενεργητικότητα, μεταξύ επιθυμίας και ευχαρίστησης· αυτή τη διαδρομή ο Φρόυντ την αποκαλεί αρσενική. Η άλλη οδηγεί από την ίδια έντρομη παθητικότητα σε μια «συμμετοχή με οργασμό»: δεν ξεφεύγουμε από τη στοιχειώδη παθητικότητα, ωστόσο διολισθαίνουμε από τον τρόμο στη λιποθυμία.
   Η αρσενική οδός χαρακτηρίζεται από μια διπλή μετατροπή: από μια πρωτογενή παθητικότητα σε ενεργητικότητα, από τον τρόμο στην ευχαρίστηση. Η γυναικεία οδός παραμένει στο πεδίο της παθητικότητας, στο πεδίο της σαγηνευτικής εισβολής του σεξουαλικού, ωστόσο περνά από τον τρόμο στον οργασμό – προς την υπερχείλιση της ευχαρίστησης.
   Στην ίδια γραμμή αυτών των διακρίσεων, προτείνουμε, για την ενορμητική παθητικότητα, την εξής διατύπωση: να απολαμβάνετε αυτό που (σας) συμβαίνει, να συμμετέχετε με ηδονή σε αυτό που διεισδύει, εισβάλλει (μέσα σας) – αποδεικνύει τον μύχιο δεσμό ανάμεσα στην παθητικότητα και το μέσα. Αν την εξετάσουμε προσεκτικά, αυτή η διατύπωση (να απολαμβάνετε αυτό που [σας] συμβαίνει) προσεγγίζει την ταυτολογία, ωστόσο μια ταυτολογία που δεν είναι κενή. Πράγματι, όποιες κι αν είναι οι υπερβολές δραστηριότητας που έχουν εκτυλιχθεί προηγουμένως κατά τη σεξουαλική πράξη, ο καθένας μας είναι παθητικός μπροστά στην ηδονή, μπροστά στον οργασμό, παρασυρμένος έστω και μια στιγμή από τον μικρό αυτό θάνατο.
   Οι αναστροφές προς το αντίθετο, κάτι που επιδέχεται η ενόρμηση, από δραστηριότητα σε παθητικότητα και αντιστρόφως, δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας συμμετρίας των δύο αυτών θέσεων. Η κινητικότητα της σεξουαλικής ζωής επικαλύπτει μια παλαιά τάξη, σύμφωνα με την οποία η παθητικότητα αποτελούσε τον πρώτο αρχαϊκό όρο, και η δραστηριότητα μια διεργασία αποστασιοποίησης από αυτή την πυρηνική παθητικότητα. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά μέσα από το παράδειγμα του Φρόυντ για το παιδί που παίζει με την «κουβαρίστρα».
   Η παθητικότητα, ως ενορμητικός σκοπός, «παίρνει τη σκυτάλη» της παθητικότητας του εγώ μπροστά στην ενορμητική επίθεση, η οποία «διαδέχεται» την τραυματική παθητικότητα του νεογέννητου απέναντι στον ενήλικο κόσμο. Αυτή είναι πράγματι η συνιστώσα που δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί κανείς, και η οποία τροφοδοτεί, τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα, την άρνηση της θηλυκότητας. Φόρος τιμής στη διαύγεια των Ρωμαίων, για τους οποίους η παθητικότητα στον έρωτα σήμαινε την απουσία αιδούς.'


Ζακ Αντρέ, Η Θηλυκή Καταγωγή της Σεξουαλικότητας, μτφρ. Σοφία Λεωνίδη, εκδ. Ίκαρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου